Παραλειπόμενα από τη Σαλαμίνα…

 

 

Τυπικό δείγμα ελληνικής τριήρους των κλασσικών χρόνων. (Πίνακας του Χρήστου Γιαννόπουλου για τις εκδόσεις Περισκόπιο)

Τυπικό δείγμα ελληνικής τριήρους των κλασσικών χρόνων. (Πίνακας του Χρήστου Γιαννόπουλου για τις εκδόσεις Περισκόπιο)

 

Σαν σήμερα έγινε, το 480π.Χ. η επική ναυμαχία της Σαλαμίνας. Μία ναυμαχία για την οποία έχουν γραφεί πολλά σενάρια. Με τα «αν» όμως, δε γράφεται η ιστορία. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται. Γι’ αυτό και δε θα σταθώ σε ανάλυση της ναυμαχίας καθώς τα περισσότερα είναι λίγο- πολύ, γνωστά. Θεωρώ όμως ότι κάποιες λιγότερο γνωστές λεπτομέρειες σχετικά με το πολιτικό και στρατιωτικό υπόβαθρο της ναυμαχίας που μετά από σχεδόν 2500 χρόνια, παραμένον επίκαιρες, πρέπει να έρθουν πιο κοντά στην επιφάνεια αντί να ακολουθήσουν την πορεία του περσικού στόλου…

Πολλοί ερευνητές και ιστορικοί έχουν αναρωτηθεί και εξαντλήσει το θέμα της σπουδαιότητας ή όχι της ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Τα πράγματα, θεωρώ, είναι πολύ πιο απλά. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας, είναι ένα ιστορικό γεγονός, αδιαμφισβήτητο, ως γεγονός. Η σπουδαιότητά της ως γεγονός μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο υπό το πρίσμα ότι ο στρατός του Ξέρξη παρέμεινε ουσιαστικά αλώβητος και κραταιός στην Ελλάδα «πάνω από το αυλάκι» μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ουσία, μετά τη ναυμαχία, έπρεπε να υπάρξει η νικηφόρα μάχη των Πλαταιών για να εξαλειφθεί η παρουσία της Περσικής στρατιωτικής ισχύος στην Ελλάδα.

Αν όμως η ναυμαχία της Σαλαμίνας είχε λάβει άλλη τροπή και η έκβασή της δεν ήταν νικηφόρα για τους συνασπισμένους Έλληνες, τότε πολύ απλά δε θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει οι Πλαταιές. Τουλάχιστον όχι με τη σπουδαιότητα και το «τελεσίδικο» που τις ξέρουμε σήμερα. Διότι χωρίς τη Σαλαμίνα και την ελληνική νίκη στα στενά της, όλη η ΕΛλάδα βόρεια του Ισθμού θα είχε παραδοθεί και «συμμαχήσει» με τους Πέρσες και η Πελοπόννησος θα ήταν περικυκλωμένη. Ανεξάρτητα του κοντόφθαλμου σχεδιασμού της άμυνας στον Ισθμό, οι Πέρσες θα μπορούσαν να αποβιβάσουν στρατό οπουδήποτε στην Πελοπόννησο, ακόμη και να σπάσουν τον τεράστιο (τον μεγαλύτερο που είχε συγκεντρωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία) στρατό τους σε δύο τμήματα και να στείλουν ταυτόχρονα στρατεύματα στη βόρεια Πελοπόννησο και τη Λακωνία, κλείνοντας τα όποια στρατεύματα των ελληνικών πόλεων-κρατών σε μία θανάσιμη λαβίδα.

Αν και όχι της ίδιας σπουδαιότητας με τη μάχη στις Πλαταιές αλλά σίγουρα απαραίτητη στην υποβολή της σφραγίδας και το κλείσιμο του φακέλου των περσικών πολέμων του 479π.Χ, ήταν η μάχη στη Μυκάλη με τους Έλληνες πεζοναύτες να καταστρέφουν τον υπόλοιπο περσικό στόλο που ναυλοχούσε εκεί και θέτοντας ένα τέρμα στην επικίνδυνη- όσο και ενοχλητική παρουσία της περσικής αρμάδας στο Αιγαίο.

Παρ’ όλα αυτά, με τα «αν» δε γράφεται η ιστορία και είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι όποια μάχη από τους περσικούς πολέμους κι αν είχε άλλο αποτέλεσμα (Σαλαμίνα, Πλαταιές, Αρτεμίσιο, Θερμοπύλες, Μυκάλη, ακόμη κι ο Μαραθώνας δέκα χρόνια πριν τη Σαλαμίνα), η κατοπινή ιστορία θα ήταν πολύ διαφορετική. Και υπάρχουν κάποια στοιχεία του πολιτικού και στρατιωτικού υποβάθρου της ναυμαχίας που αξίζει να δούμε διότι παραμένουν επίκαιρα. Και καταδεικνύουν τον τρόπο που θα έπρεπε να μπορούμε να λειτουργήσουμε σήμερα ως κράτος. Κράτος ενιαίο και όχι η κάθε πόλη χωριστά…

Ας δούμε πρώτα- πρώτα τις αντίπαλες δυνάμεις. Οι συνασπισμένοι Έλληνες είχαν 368 τριήρεις. Σε αυτές προστίθενται και 15 πεντηκόντοροι (πλοία με πενήντα κουπιά, 25 από κάθε πλευρά του σκάφους) της Αθήνας, οι οποίες όμως, είναι σίγουρο πως είχαν μονάχα βοηθητικό ρόλο (και σε έναν αεροπορικό πόλεμο σήμερα, αν είχε η ΠΑ ένα σμήνος F-5 ή F-102, σίγουρα μόνο βοηθητικό ρόλο θα μπορούσε να έχει…). Από τις πόλεις- κράτη που πολεμούσαν με τους συνασπισμένους Έλληνες, την ισχυρότερη μοίρα την προσέφερε η Αθήνα (180). Τη δεύτερη ισχυρότερη μοίρα την είχε η Κόρινθος (μόλις 40) και ακολουθούσαν η Αίγινα με 30, τα Μέγαρα και η Χαλκίδα με 20 και μόλις 6η η Σπάρτη με 18 τριήρεις. Αναλυτικά τα πλοία του ελληνικού στόλου φαίνονται στον παρακάτω πίνακα.

Αθήνα Κόρινθος Αίγινα Μέγαρα Χαλκίδα Σπάρτη Σικυών Επίδαυρος Αμβρακία Ερέτρια
180 40 30 20 20 16 15 10 7 7
Τροιζήνα Νάξος Ερμιόνη Λευκάδα Κέα Στύρα Κύθνος Κρότων Λήμνος Τήνος
5 4 3 3 2 2 1 1 1 1
Σύνολο 368

Αξίζει να σημειωθεί ότι το σκάφος της Λήμνου αυτομόλησε στον ελληνικό στόλο (όπου και άνηκε έτσι κι αλλιώς) μετά το Αρτεμίσιο ενώ της Τήνου, λίγο πριν τη ναυμαχία! Δε θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο επίσης ότι ο Κρότων, η αποικία αυτή στην κάτω Ιταλία, έστειλε άνδρες να συνδράμουν στον αγώνα των Ελλήνων. Κι ενώ η Λευκάδα είχε στείλει τα πλοία της να ενωθούν με τον υπόλοιπο στόλο, τα πλοία της Κέρκυρας, κρατούσαν μία σχετικά μετριοπαθή στάση αναμονής, αναμένοντας τις εξελίξεις ανοιχτά των ακτών της Ηλείας…

Το μέγεθος της περσικής αρμάδας είναι λίγο πιο δύσκολο να εκτιμηθεί καθώς είχε προηγηθεί η καταστροφή μέρους του περσικού στόλου λόγω της ναυμαχίας και της καταιγίδας στο Αρτεμίσιο. Ενώ γνωρίζουμε ότι ξεκίνησαν με 1200 πολεμικά πλοία, τα μεγέθη των απωλειών και των ενισχύσεων, δεν δίδονται πουθενά με πιστότητα. Μία στρογγυλεμένη αναφορά για 700 πλοία με μαχητική ικανότητα είναι η πλέον ρεαλιστική και το μέγεθος στο οποίο έχουν καταλήξει και οι περισσότεροι ερευνητές. Στα πλοία αυτά, η πλειονότητα προερχόταν από Φοίνικες (γνωστούς θαλασσοπόρους), Αιγύπτιους και κατακτημένους Έλληνες των παραλίων της Ιωνίας. Σίγουρα άνδρες ναυτικοί θα στρατολογήθηκαν από τις περιοχές της Ελλάδας που διέβαιναν οι περσικές ορδές αλλά κρίνοντας από τα μεγέθη που συνεισέφεραν σπουδαίες ναυτικές δυνάμεις όπως η Νάξος ή η Ολυμπία στον Ελληνικό συνασπισμό, είναι πολύ αμφίβολο αν ο Ξέρξης μπόρεσε να ενισχύσει τον στόλο του με περισσότερες από 60-70 τριήρεις από τις πόλεις στη Θεσσαλία, τις Σποράδες, την Εύβοια κλπ. Στα πλοία είχαν επιβιβαστεί ως επιπλέον μαχητές και επιπλέον φρουρά, τοξότες και πεζοί από κάθε γωνιά της Περσικής αυτοκρατορίας, χωρίς απαραίτητα να ταιριάζουν φυλετικά με το πλήρωμα του πλοίου. Φαίνεται λοιπόν εξ αρχής ότι τα περσικά πλοία είχαν το αριθμητικό πλεονέκτημα με σχεδόν 2:1!

Αυτό που υποκρύπτεται όταν μιλάμε για στόλους της αρχαίας εποχής και μάλιστα για τόσο μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, είναι οι άνθρωποι, ναύτες, κωπηλάτες, ναυτικοί, πεζοναύτες και επιπλέον επιβαίνοντες τοξότες που υπήρχαν στα πλοία αυτά. Αρκεί να πούμε ότι σε κάθε πλήρως επανδρωμένη τριήρη επέβαιναν 200 άνδρες! Από αυτούς, οι 170 ήταν κωπηλάτες (θαλάμιοι, ζύγιοι και θρανήτες αναλόγως της σειράς κουπιών στην οποία ήταν καθισμένοι). Οι 16 ήταν το πλήρωμα του καταστρώματος (αξιωματικοί και ναύτες) και 14μελής στρατιωτική μονάδα. Οι αθηναϊκές τριήρεις είχαν επιπλέον και 4 τοξότες η κάθε μία. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ο Ξέρξης είχε διατάξει και δεύτερη 14μελή ομάδα πολεμιστών να επιβιβαστεί σε κάθε περσική τριήρη. Βλέπουμε λοιπόν, ότι στη σύγκρουση στα στενά της Σαλαμίνας, συμμετείχαν περίπου 73.500 (!) Έλληνες από τη μία πλευρά και περίπου 150.000 υπήκοοι και υποτελείς του Ξέρξη!

Για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης των μεγεθών, ο Αλέξανδρος, πέρασε ολόκληρο το στράτευμά του από τον Ελλήσποντο χρησιμοποιώντας περίπου 130 τριήρεις! Στη δε μάχη του Γρανικού, είχε στη διάθεσή του 32.000 πεζούς και 5.000 ιππείς! Στη Σαλαμίνα, οι άνδρες που με τα μπράτσα και τις πλάτες τους διαμόρφωσαν το κείμενο μίας από τις σημαντικότερες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, ήταν πολλοί περισσότεροι από τους 10.000 Αθηναίους και 1.000 Πλαταιείς στη μάχη του Μαραθώνα!

Χωρίς να αναλύσουμε σε βάθος την προσωπικότητα του Θεμιστοκλή, πρέπει να δούμε τα ακόλουθα ώστε να γίνει λίγο πιο σαφής ο τρόπος με τον οποίο έδρασε. Επιπρόσθετα, το χρονολόγιο της ζωής του Θεμιστοκλή ακολουθεί εν πολλοίς και την πορεία της πόλης της Αθήνας. Ο Θεμιστοκλής γεννήθηκε λίγο μετά τον θάνατο του Πεισίστρατου. Ο πατέρας του ο Νεοκλής ήταν μέλος της Λεοντίδας φυλής ενώ η μητέρα του Ευτέρπη, είχε καταγωγή από την Αλικαρνασσό. Ως εκ τούτου, ο μικρός Θεμιστοκλής, θεωρούνταν νόθο παιδί της Αθήνας και όπως όλα τα «νόθα» παιδιά φοίτησε στο γυμνάσιο του Κυνοσάργους! Χάρις στις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη το 508π.Χ., ο 17 χρονος Θεμιστοκλής, είχε πλέον πλήρη πολιτικά δικαιώματα και θεωρούνταν κι εκείνος ίσος απέναντι στον νόμο. Στα μάτια των υπολοίπων συμπολιτών του βεβαίως, αυτό δεν άλλαξε τόσο εύκολα… Η συμπεριφορά των συμπολιτών του απέναντι στον Θεμιστοκλή, ίσως εξηγεί εν μέρει και το μέγεθος της αυτοπροβολής του- αν και σίγουρα ήταν και έμφυτο. Λέγεται ότι στα πρώτα του βήματα, γνώριζε απ’ έξω τα ονόματα όλων των συμπολιτών του στην Εκκλησία του Δήμου, γεγονός που τους κολάκευε και αύξανε τη δημοτικότητα του Θεμιστοκλή.

Από μικρός είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την πολιτική. Ο πατέρας του, σε μια προσπάθεια να τον αποτρέψει, τον πήγαινε συχνά στην παραλία του Κυνοσάργους και του έδειχνε τις εγκαταλελειμένες τριήρεις, θέλοντας να του επισημάνει τον τρόπο με τον οποίο φέρονταν ο αθηναϊκός λαός στους παλιούς- κάποτε ένδοξους- πολιτικούς. Πού να ήξερε ότι οι αθηναϊκές τριήρεις θα ήταν το μέσο που θα αναδείκνυε τον γιό του τόσο ως πολιτικό ηγέτη όσο και στρατιωτική ευφυία…

Το 493π.Χ. εξελέγη άρχοντας και από τη θέση αυτή, πλήρωσε τον Φρύνιχο να ανεβάσει το έργο «Μιλητου άλωσις» ώστε να υπενθυμίσει στους Αθηναίους το πρόσφατο παρελθόν και να τους αφυπνίσει σχετικά με τον ακόμη υπαρκτό περσικό κίνδυνο… Ο Φρύνιχος όμως τιμωρήθηκε με πρόστιμο 1.000 αττικές δραχμές (ποσό το οποίο φέρεται μέρος του να δανείστηκε από τον Θεμιστοκλή και μέρος του να του το χάρισε ο ίδιος ο Θεμιστοκλής) διότι θύμιζε στους Αθηναίους «οικεία κακά».

Τρία χρόνια αργότερα, ο Θεμιστοκλής εξελέγη στρατηγός και δυστυχώς, επιβεβαιώθηκε! Μαζί με τον Μιλτιάδη (ο οποίος ήταν και αρχηγός της αριστοκρατικής παράταξης) και τους στρατηγούς από τις υπόλοιπες φυλές της Αθήνας, συμμετείχαν στη μάχη του Μαραθώνα. Χωρίς ίχνος ντροπής ή πολιτικού ανταγωνισμού, δε δίσταζε, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, να δηλώνει ότι ήταν εντυπωσιασμένος από τη νίκη του Μιλτιάδη σε τέτοιο βαθμό που είχε χάσει τον ύπνο του

ως καθεύδειν αυτόν ουκ το του Μιλτιάδου τρόπαιον!

Ο Θεμιστοκλής θεωρούσε (και όπως αποδείχθηκε- πάλι- δικαίως) ότι ο Πέρσης βασιλιάς, δε θα σταματούσε τις προσπάθειες εναντίον της Ελλάδας λόγω της ήττας στον Μαραθώνα. Επέμενε ότι η Αθήνα χρειαζόταν ισχυρό και καλά οχυρωμένο λιμάνι και φυσικά, τον ανάλογο στόλο. Παρά τις διαφωνίες με πολλούς επιφανείς Αθηναίους στο θέμα της τοποθεσίας του λιμανιού, όχι της αναγκαιότητας του, η πρόταση του Θεμιστοκλή ψηφίστηκε και ο Πειραιάς έγινε το νέο σημαντικό λιμάνι της Αθήνας, αφήνοντας το Φάληρο ως δευτερεύοντα σταθμό. Μεταξύ αυτών που είχαν αντιρρήσεις επ’ αυτού ήταν και ο Μιλτιάδης. Στα χρόνια αυτά είναι που κορυφώνεται και η κόντρα με τον Αριστείδη (ακόμη δεν είχε γίνει γνωστός ως δίκαιος) τον οποίο κατάφερε και να εξοστρακίσει το 482π.Χ. Με τον θάνατο δε του Μιλτιάδη, ελάχιστοι ήταν οι πολιτικοί αντίπαλοι που μπορούσαν να ορθώσουν πολιτικό ανάστημα στον Θεμιστοκλή. Έναν- έναν, ο Θεμιστοκλής κατάφερνε να τους στέλνει με το εξπρές στη λεωφόρο της εξορίας. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ξάνθιππος, ο πατέρας του Περικλή. Ομολογουμένως, δε θα τη χαρακτήριζε κανείς και ιδιαιτέρως δημοκρατική αυτή τη συμπεριφορά αλλά έτσι ήταν η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα και όλα αυτά ήταν παραπάνω από αποδεκτά- ήταν καθημερινότητα!

Μένοντας μόνος του στο πολιτικό προσκήνιο, ο Θεμιστοκλής βάλθηκε να εξοπλίσει την Αθήνα για τον πόλεμο με τους Πέρσες που διέβλεπε. Με δικαιολογία τον σύντομο πόλεμο με την Αίγινα, μπόρεσε να πείσει τους Αθηναίους να δίνουν για τη ναυπήγηση του αθηναϊκού στόλου τα 100 τάλαντα που παρείχαν στην πόλη τα λατομεία του Λαυρίου. Παραμονές της δεύτερης περσικής εκστρατείας κατά της Αθήνας και της Ελλάδας, οι Αθηναίοι είχαν έναν στόλο που αριθμούσε 180 τριήρεις και 15 πεντηκόντορους και 5 διήρεις- περισσότερα σκάφη απ’ όσα μπορούσαν να παρατάξουν όλες οι υπόλοιπες μεγάλες πόλεις μαζί!

Το 481π.Χ., ο Ξέρξης, κατά την προσφιλή τακτική των καιρών εκείνων, έστειλε αντιπροσώπους ζητώντας γη και ύδωρ. Αν και θυμόμαστε τους Σπαρτιάτες που έριξαν στο πηγάδι τους απεσταλμένους των Περσών, η συμπεριφορά των Αθηναίων, δεν ήταν περισσότερο πολιτισμένη! Ο Θεμιστοκλής διέταξε να σκοτώσουν τον αγγελιοφόρο, επειδή «χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα για να μεταφέρει βάρβαρες εντολές» όπως λέει ο Ηρόδοτος.

Η άλλη προσφιλής τακτική εκείνον τον καιρό ήταν να ζητήσουν χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Η πρώτη απόπειρα της αποστολής ήταν εντελώς αποκαρδιωτική καθώς το μαντείο τους ζήτησε να εγκαταλείψουν το άδυτο! Η ομάδα φοβόταν να γυρίσει στην Αθήνα με μία τέτοια απάντηση οπότε δοκίμασε ξανά την τύχη της. Και πάλι το μαντείο, υπολογίζοντας πονηρά και όχι με εθνικά συμφέροντα κατά νου, έδωσε χρησμούς οι οποίοι ωθούσαν προς την παύση των οποιονδήποτε εχθροπραξιών, τη σύναψη ειρήνης και τον κατευνασμό του Ξέρξη (η εικόνα δηλαδή που έχουμε από την ταινία ‘300’ δεν είναι δηλαδή ολότελα εσφαλμένη). Και πάλι όμως, η αθηναϊκή αποστολή φοβόταν να πάει με αυτόν τον χρησμό μόνο πίσω. Ζήτησαν ξανά χρησμό. Αυτή τη φορά, η Πυθία, μέσα από τους καπνούς και τις αναθυμιάσεις, έδωσε έναν ασαφή και όπως πάντα διφορούμενο χρησμό. Αυτή τη φορά ήταν επικίνδυνα κοντά στα όρια του παρεξηγίσιμου αλλά άφηνε μία μικρή αχτίδα αισιοδοξίας και ελπίδας για νίκη. Ο δεύτερος χρησμός της μιλούσε για τα ξύλινα τείχη τα οποία θα μείνουν απόρθητα και τη θεϊκή Σαλαμίνα η οποία θα εξολοθρεύσει τα παιδιά των γυναικών στον καιρό της σποράς ή της συγκομιδής…

Όπως είναι γνωστό, ο Θεμιστοκλής επέμεινε ότι η Πυθία εννοούσε το ναυτικό των Αθηναίων. Κύριος αντίπαλος αυτήν την περίοδο ήταν ο δημαγωγός Επικύδης ο οποίος ήταν της παράταξης εκείνης που υποστήριζε πως η Πυθία εννοούσε το ξύλινο τείχος στην Ακρόπολη. Ο Επικύδης ήταν άνθρωπος εντελώς ακτάλληλος για να αναλάβει τις τύχες της πόλης εκείνη την κρίσιμη χρονική στιγμή. Ο Θεμιστοκλής όμως, επειδή κατά τον Πλούταρχο δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στους ψηφοφόρους της Αθήνας (!), δε δίστασε να τον… λαδώσει ώστε να μην κατέβει ως υποψήφιος στις προσεχείς εκλογές!

Με την καταδίκη της περσικής αντιπροσωπείας σε θάνατο και τις πολεμικές προετοιμασίες σε πλήρη εξέλιξη, η περσική στρατιά ξείνησε να κατεβαίνει από τη Θεσσαλία στη στερεά Ελλάδα. Τα σχέδια των Αθηναίων για αποστολή στρατευμάτων στα Τέμπη ακυρώθηκαν καθώς οι τελευταίοι υποτάχθηκαν αμαχητί στις κατερχόμενες μυρμηγκιές του Πέρση βασιλιά. Οι ώρες απαιτούσαν εθνικό συμβούλιο και ανάληψη κοινής δράσης. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν ότι πρέπει να έχουν την αρχηγεία του συνασπισμένου στόλου μιας και είχαν σχεδόν τα μισά από τα πλοία των Ελλήνων. Οι Σπαρτιάτες δυσφορούσαν με την ανάληψη της αρχηγείας από τους Αθηναίους και αντιπρότειναν τον Ευρυβιάδη. Ο Θεμιστοκλής όμως, μπροστά στον κίνδυνο να διαλυθούν όλα, παραχώρησε την πρωτοκαθεδρία στον Λακεδαίμονα στρατηγό.

Με την Αθήνα να έχει εγκαταλειφθεί παραμονές της ναυμαχίας (με εξαίρεση εκείνους τους λίγους οι οποίοι επέμεναν ότι θα τους σώσουν τα τείχη της Ακρόπολης και… ταμπουρώθηκαν εκεί), οι διοικητές των ναυτικών μοιρών των Ελλήνων συγκάλεσαν πολεμικό συμβούλιο. Ο Θεμιστοκλής επέμενε να μείνουν στη Σαλαμίνα και να δώσουν τη μάχη τους. Θέση με την οποία συμφωνούσαν οι Μεγαρείς, οι Ναξιώτες, οι Αιγινίτες, οι Ευβοιείς και οι Αμβρακείς. Όλοι οι Πελοποννήσιοι επέμεναν να αποσυρθούν οι δυνάμεις των Ελλήνων και να ναυμαχήσουν στον Ισθμό. Αυτό όμως δεν είχε κανένα νόημα για τους Έλληνες πέρα από την Πελοπόννησο καθώς οι ιδιαίτερες πατρίδες τους θα έμεναν ανυπεράσπιστες και θα έπεφταν στα χέρια των Περσών απροστάτευτες- αφαιρώντας κάθε νόημα μάχης στα πληρώματα των μη πελοποννησιακών πλοίων. Ο Ισθμός μπορεί να προσφερόταν για χερσαία άμυνα αλλά το πλεονέκτημα που είχε ως μοναδικό χερσαίο πέρασμα προς την Πελοπόννησο, μπορούσε να παρακαμφθεί χάρις στο μέγεθος του περσικού στόλου. Χώρια το γεγονός ότι οι Πέρσες θα μπορούσαν να αποφύγουν εντελώς τη σύγκρουση αν ήθελαν, απομονώνοντας τον ελληνικό στόλο.

Από τακτική άποψη ναυμαχίας δε, η σύγκρουση με έναν στόλο διπλάσιο σε μέγεθος σε ανοιχτή θάλασσα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, ενώ τα πλοία των Περσών (είτε βαρβαρικά είτε ελληνικά) έμοιαζαν πολύ με τις ελληνικές τριήρεις, εντούτοις παρουσίαζαν κάποιες διαφορές στον σχεδιασμό και τη ναυπήγηση. Τόσο οι Φοίνικες όσο και οι Μικρασιάτες Έλληνες, δεν είχαν κλειστές θάλασσες. Οπότε είχαν τροποποιήσει τα σχέδια στις τριήρεις τους (επαναλαμβάνουμε ξανά ότι οι Φοίνικες ήταν μεγάλοι και σπουδαίοι θαλασσοπόροι) για να είναι πιο αξιόμαχες σε ανοιχτές θάλασσες. Ήταν πιο ψηλά σκάφη απ’ ότι τα ελληνικά και είχαν πλήρες κατάστρωμα ενώ οι ελληνικές ήταν ανοιχτού καταστρώματος. Το πλήρες κατάστρωμα αύξανε και το βάρος του πλοίου κάνοντάς το λίγο λιγότερο ευέλικτο σε κλειστές θάλασσες αλλά ταυτόχρονα, έδινε τη δυνατότητα επιβίβασης περισσότερων μάχιμων τμημάτων επί αυτού. Τα παραπάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία διότι στην πεποίθηση του κόσμου έχει μείνει ότι οι Έλληνες πολεμούσαν με τριήρεις, το πλέον εξελιγμένο πλοίο στη Μεσόγειο, ενώ οι Πέρσες είχαν πλοία τύπου… μαούνα και βασίζονταν απλά στους αριθμούς αυτών και τους επιβιβασμένους τοξότες για να επικρατήσουν σε ναυμαχίες!

Προκειμένου να υποχρεώσει τους Πελοποννήσιους να ακολουθήσουν το σχέδιό του, έφτασε στο σημείο να τους απειλήσει ότι θα αποσύρει τις αθηναϊκές τριήρεις. Ο Ευρυβιάδης επενέβη, διέταξε κανένα πλοίο να μη φύγει από τη Σαλαμίνα όπου ναυλοχούσαν και τα πνεύματα αμβλύνθηκαν. Προσωρινά όμως μόνο. Με τους Πέρσες να μπαίνουν στην ανυπεράσπιστη Αθήνα και να καίνε και να λεηλατούν περιουσίες και ναούς στήλες πυκνού μαύρου καπνού φάνηκαν από την Αθήνα. Οι καπνοί αυτοί έγιναν σύννεφα διχόνοιας που γρήγορα απλώθηκαν. Ο στρατηγός των Κορίνθιων Αδείμαντος, προσπαθώντας να μειώσει τον Θεμιστοκλή τον αποκάλεσε απάτριδα και εξέφρασε την άποψη ότι δε θα έπρεπε να μιλάει μιας και την πόλη του πλέον την είχαν οι Πέρσες. Τέτοια συμπεριφορά όμως ήταν βούτυρο στο ψωμί του Θεμιστοκλή ο οποίος ήταν προπονημένος σκληρά σε τέτοις προσωπικές αντιδικίες στην εκκλησία του δήμου! Η απάντηση ήταν άμεση και καταπέλτης καθώς του απάντησε ότι θα πάρει τώρα την πατρίδα του που είναι οι 180 τριήρεις του, και θα ακολουθήσει την τριήρη από τον Κρότωνα για να φτιάξουν όλοι οι Αθηναίοι μία καινούρια Αθήνα στη Σικελία, ενώ οι Κορίνθιοι απλά θα μετανιώνουν που φέρθηκαν τόσο απερίσκεπτα και εξ αιτίας αυτής τους της απερισκεψίας έχασαν την πατρίδα τους καθώς θα είναι είτε νεκροί, είτε σκλάβοι!

Το πανδαιμόνιο που ακολούθησε στο ελληνικό στρατόπεδο ήταν άνευ προηγουμένου. Το συμβούλιο διακόπηκε χωρίς απόφαση. Ο Θεμιστοκλής επιστράτευσε ακόμη μία φορά το οξυδερκές του πνεύμα και έστειλε τον Σίκκινο, τον πιστό του δούλο και δάσκαλο των παιδιών του ο οποίος είχε και περσική καταγωγή και μιλούσε τη γλώσσα, στο τρατόπεδο των περσών. Φτάνοντας εκεί, ο Σίκκινος έδωσε «πληροφορία» ότι οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να αποχωρήσουν προς τον Ισθμό κι ότι αν ήθελαν, μπορούσαν να κινηθούν γρήγορα και να τους παγιδεύσουν στα στενά της Σαλαμίνας, κλείνοντας τις εξόδους προς τον Αργοσαρωνικό. Σημειωτέον ότι τις πιο έντονες αντιρρήσεις σε μία τέτοια ενέργεια φέρεται να τις εξέφρασε η Αρτεμισία, η διοικητής της μοίρας της Μιλήτου!

Αν και όλοι οι διοικητές του Ξέρξη είχαν διαγνώσει τα μειονεκτήματα μίας σύγκρουσης στη Σαλαμίνα, εντούτοις η αδράνεια ημερών του στόλου, προκαλούσε εκνευρισμό στον Ξέρξη ο οποίος μεταδιδόταν και στους υφισταμένους του. Ο Σίκκινος ήταν η διέξοδος που πολλοί από αυτούς ζητούσαν αλλά η Αρτεμισία φάνηκε πιο αντάξια των περιστάσεων από πολλούς στο περσικό στρατόπεδο. Το επόμενο πρωί οι Έλληνες είδαν με το πρώτο φως τα περσικά πλοία να κλείνουν τα στενά. Πλέον ο κύβος είχε ριφθεί. Όποιος ήθελε να πλεύσει προς τον Ισθμό, θα έπρεπε να… ανοίξει δρόμο μέσα από τις περσικές τριήρεις. Ο Θεμιστοκλής είχε παίξει το δελτίο του στοιχήματός του. Τώρα απέμενε να δει (και μαζί του όλοι οι Έλληνες) αν θα κέρδιζε…

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας ξεκίνησε το πρωί της 29ης Σεπτεμβρίου (σε αυτήν την ημέρα έχουν καταλήξει οι περισσότεροι ερευνητές και είναι και η ημέρα κατά την οποία εορτάζετια η επέτειος από το ΠΝ). Κράτησε όλη μέρα μέχρι που έπεσε το σκοτάδι και λίγο ακόμη μέσα στη νύχτα. Αρχικά, όπως αναμενόταν εξάλλου, ο αγώνας ήταν αμφίρροπος και το αποτέλεσμα ήταν εντελώς αμφίβολο. Μέχρι που τα αθηναϊκά πλοία κατάφεραν να υπερκεράσουν το δεξί άκρο της παράταξης των Περσών, στο οποίο βρισκόταν η πιο έμπειρη και αξιόμαχη μοίρα (με τα πιο προηγμένα τεχνολογικά πλοία), οι Φοίνικες. Σε αυτό συνέβαλε η σχεδόν με την έναρξη της ναυμαχίας απώλεια για τους Φοίνικες του ικανότατου ναυάρχου Αριαμένη. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, από τη στιγμή που σκοτώθηκε ο διοικητής των Φοινίκων, πολλοί θέλησαν να δώσουν διαταγές αλλά έδιναν διαφορετικές μεταξύ τους διαταγές! γεγονός που φανερώνει το πρόβλημα διοίκησης των Περσών! Ο αποσυντονισμός ήταν πλήρης. Και με τον ήλιο να ανεβαίνει λίγο ψηλότερα στο ουράνιο στερέωμα, άρχισε να φυσά και ο γνώριμος για τα ελληνικά πληρώματα άνεμος του αργοσαρωνικού προκαλώντας φουσκωθαλασσιά. Τα βαρβαρικά πληρώματα αγνοούσαν τα καιρικά φαινόμενα της περιοχής και αποσυντονίστηκαν ακόμη περισσότερο. Σε πολλές περιπτώσεις, χωρίς να το θέλουν οι κυβερνήτες, αφ ενός λόγω του μεγάλου ύψους των πλοίων τους, αφ ετέρου λόγω του φορτίου στη μορφή των επιπλέον ενόπλων επί του καταστρώματος, εξέθεταν τα πλευρά τους στις ελληνικές τριήρεις. Οι Έλληνες, παίζοντας… εντός έδρας είχαν σαφώς το πάνω χέρι και με κάθε περσικό πλοίο που συστηνόταν με το έμβολο μίας ελληνικής τριήρους, ο Θεμιστοκλής φαινόταν όλο και πιο κοντά στον θρίαμβο!

Από το μεσημέρι και ύστερα, η εξέλιξη ήταν ταχύτατη και καταστροφική για τον αυτοαποκαλούμενο Μεγάλο Βασιλιά και τον στόλο του… Αυτό δε σημαίνει όμως ότι οι Πέρσες δεν πολέμησαν γενναία ή ότι λιποψύχησαν εύκολα. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι στη ναυμαχία σκοτώθηκε ο αδερφός και τρία ξαδέρφια του ίδιου του Ξέρξη. Απλά, πολέμησαν με πιο έμπειρους και καλύτερα οργανωμένους ναυτικούς, με πιο κατάλληλα πλοία για το συγκεκριμένο θαλάσσιο πεδίο. Είναι πράγματι ενδιαφέρον (μιας και τόσοι έχουν μιλήσει με υποθετικά σενάρια για τη Σαλαμίνα) αν όντως ο ελληνικός στόλος έφευγε στον Ισθμό και αν όντως γινόταν ναυμαχία εκεί, ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα του αριθμητικού πλεονεκτήματος των Περσών.

Τα περσικά πλοία χωρίς περιθώρια ελιγμών έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο και στην προσπάθειά τους να ελιχθούν προκειμένου να πολεμήσουν ή να τραπούν σε φυγή, ήταν εύκολη λεία για τα ελληνικά πληρώματα. Μέχρι το τέλος της ημέρας, οι Αιγινίτες είχαν σημειώσει τις περισσότερες βυθίσεις ανά τριήρη, ακολουθούμενοι από τους Αθηναίους. Παρά τη γενναιότητα των Περσών, Αθηναίοι Αιγινίτες και Μεγαρείς φάνηκαν πραγματικά ασυναγώνιστοι. Όλος ο ελληνικός στόλος φάνηε αντάξιος των περιστάσεων αλλά οι τριήρεις αυτών των πόλεων ήταν η αφρόκρεμα. Οι καλύτεροι των καλύτερων. Ο Αισχύλος αναφέρει μάλιστα τον Αιγινίτη Πολύκριτο και τον Αθηναίο Αμεινία ως τους κορυφαίους.

Η ναυμαχία έληξε με τρόπο τουλάχιστον οδυνηρό για τους Πέρσες οι οποίοι έχασαν περίπου 200 από τα πλοία τους ενώ οι αντίστοιχες ελληνικές απώλειες δεν φαίνεται να ξεπερνούν τις 40. Και εδώ αρχίζει το τραγικό της υπόθεσης καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, είτε πληρώματα ήταν είτε πολεμιστές, γνώριζαν κολύμπι! Αυτό σημαίνει ότι από τους 8000 που βρέθηκαν στη θάλασσα, μόλις ένας στους 4 πνίγηκε. Αντίθετα, ο στόλος του Ξέρξη ήταν γεμάτος από άνδρες που είτε δεν γνώριζαν κολύμπι, είτε ήταν βαριά οπλισμένοι και θωρακισμένοι ή (εξίσου πιθανό) και τα δύο. Χωρίς να χρειάζεται κανείς να είναι μαθηματική διάνοια, εύκολα εξάγεται το συμπέρασμα ότι από τις 200 τριήρεις που έχασαν οι Πέρσες, σκοτώθηκαν πάνω σε αυτές ή πνίγηκαν στα στενά της Σαλαμίνας, τουλάχιστον 35.000 υποτελείς του Ξέρξη! Σε αυτούς προστίθενται και οι 4.000 Αθάνατοι της φρουράς στην Ψυτάλλεια που εξοντώθηκαν από το τμήμα που αποβιβάστηκε στο νησάκι υπό τη διοίκηση του Αριστείδη.

Αν θέλουμε να συνοψίσουμε τα κυριότερα σημεία της ναυμαχίας ή τουλάχιστον αυτά που παραμένουν επίκαιρα, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή. Οι οποίοι, σε συνέχεια της κοινής δράσης του Θεμιστοκλή και του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα, άφησαν τις πολιτικές τους διαφορές στην άκρη, προκειμένου για το ευρύτερο καλό και τη νίκη των συνασπισμένων Ελλήνων.

…Συνασπισμένων Ελλήνων… Για μία ακόμη φορά φάνηκε τι μπορούν να κάνουν οι Έλληνες αν ενωθούν. Υπάρχουν όμως δύο πολύ σημαντικά στοιχεία σε αυτό. Πρώτον ότι ο Θεμιστοκλής δέχτηκε την αρχιναυαρχία να την έχει ο Ευρυβιάδης, πάλι για το ευρύτερο καλό, παρά τον δημόσιο εξευτελισμό του («πάταξον μεν, άκουσον δε») και παρ’ όλο που όλοι ήξεραν ότι τα τακτικά νήματα τα κινούσε ο Θεμιστοκλής ως επικεφαλής της ισχυρότερης μοίρας, των Ελλήνων. Και δεύτερον, και εξίσου σημαντικό, ότι οι Έλληνες συνασπίστηκαν κάτω από την ηγεσία (έστω και σκιώδη) ενός οξύνοου και ισχυρού ως προσωπικότητα, άνδρα. Ένα από τα παραπάνω αν έλειπε, η διχόνοια που είχε απλωθεί στο ελληνικό στρατόπεδο, θα τους έτρωγε ξανά και μάλιστα, τη χειρότερη δυνατή στιγμή.

Άσχημες στιγμές βέβαια, δεν υπάρχουν για τα μαντεία και την παροχή χρησμών. Όπως δεν υπάρχουν και άσχημες καταστάσεις. Εκμεταλλευτές της αφέλειας, και του φόβου για τα θεία των ανθρώπων που απευθύνονταν σε αυτά, πλούτιζαν από τότε εις βάρος των απλών πολιτών, εκείνων που υπέφεραν και εκείνων που είχαν τα λιγότερα να προσφέρουν. Μονάχα ισχυρές προσωπικότητες όπως ο Αλέξανδρος (θυμηθείτε το περιστατικό με το μαντείο στην Αίγυπτο) μπόρεσαν να τα βάλουν στα ίσα με την ισχύ τους ενώ άνδρες οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τα τεράστια αποθεματικά του μαντείου των Δελφών (Φιλόμηλος και Ονόμαρχος), χαρακτηρίστηκαν- μετά θάνατον και εκ του ασφαλούς ως ιερόσυλοι! Οποιαδήποτε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα είναι απλά κακοπροαίρετη και κακόβουλη…

Οι Αθηναίοι πήραν το μεγαλύτερο μερίδιο δόξης για τη Σαλαμίνα και όπως τα έφερε τα πράγματα η πορεία των γεγονότων, οι Σπαρτιάτες- δικαιωματικά- για τις Πλαταιές. Πόσο ειρωνικό είναι άραγε ότι οι αρχηγοί των πρωταγωνιστικών παρατάξεων σε αυτές τις δύο μάχες, Θεμιστοκλής και Παυσανίας, υποχρεώθηκαν αργότερα να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους λόγω κατηγοριών δωροδοκίας; Μάλιστα επειδή αυτές οι δωροδοκίες προέρχονταν από την περσική Αυλή (στην οποία και τελικά, βρήκαν καταφύγιο) οι κατηγορίες ισοδυναμούσαν με εσχάτη προδοσία! Αν και ο Παυσανίας δεν αρνήθηκε ποτέ τις κατηγορίες οι οποίες των βάραιναν, ενώ ο Θεμιστοκλής γνώριζε για τις επαφές του Παυσανία, δεν τις είχε ποτέ κατακρίνει δημόσια και η αθηναϊκή δημαγωγία έστρεψε την κοινή γνώμη εναντίον του. Ο δε Αχαιμενίδης βασιλιάς φέρεται να δήλωνε συχνά πυκνά ότι «πρέπει να είναι χαζοί αυτοί οι Έλληνες να στέλνουν τα καλύτερα μυαλά τους σε μένα.» Δυστυχώς ο πατέρας του Θεμιστοκλή ο Νεοκλής, είχε δίκιο για τις τριήρεις και τον αθηναϊκό όχλο…

Δεν πρέπει να λησμονούμε όμως ότι αυτό που δεν κατάφεραν με στρατιωτικά μέσα οι Πέρσες, το κατάφεραν 50 χρόνια αργότερα με αυτό που έτσι κι αλλιώς είχαν σε αφθονία και έκανε τα θησαυροφυλάκια των ελληνικών μαντείων να μοιάζουν με κουμπαράδες… Το χρήμα! Γιατί θυμηθείτε ότι οι Έλληνες μπροστά στην εμφανή απειλή των περσικών στρατιωτών, ενώθηκαν και βγήκαν νικητές. 50 χρόνια αργότερα όμως, ήταν περσικά τα κεφάλαια που χρηματοδότησαν τη ναυπήγιση του Σπαρτιατικού στόλου κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου! Και τότε, δε βρέθηκε κανείς Λάκωνας να πει ότι οι άρχοντές του έλαβαν περσικό χρυσό για να τον χρησιμοποιήσουν εναντίον ομοεθνών τους. Τι κι αν ο Εφιάλτης έφερε τους Πέρσες στα νώτα του Λεωνίδα; Οι συγκεκαλυμμένοι Εφιάλτες δήθεν εθνοσωτήρες δεν έτυχαν ποτέ μη ευνοϊκής μεταχείρισης…

Σχολιάστε

Filed under Strategic thinking

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s