Category Archives: Thoughts

Έκαστος στο είδος του…

Αν και θα έπρεπε να δημοσιεύσω άρθρο για τους πεσόντες αεροπόρους σαν σήμερα, δεν μπορώ να μη σχολιάσω και αναλύσω, το άρθρο από τη διαδικτυακή candianews το οποίο υπέπεσε στην αντίληψή μου…

Σε συνέχεια του πρόσφατου άρθρου της, με αφορμή την επίδειξη του F-16 DEMO TEAM «ΖΕΥΣ» στο Ηράκλειο, με το οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, χαρακτήρισε τον σμηναγό κο. Ανδρουλάκη και τους συναδέλφους του νεοναζί, η διαδικτυακή candianews συνεχίζει το αντιπατριωτικό της τέμπο. Ο κύριος Μάριος Διονέλλης, ο οποίος υπογράφει το άρθρο έχει τουλάχιστον, το θάρρος της γνώμης του σε αντίθεση με τον κύριο- τέλος πάντων- Δ.Κ. ο οποίος υπέγραφε το προαναφερθέν άρθρο. Ας πάρουμε όμως το άρθρο από την αρχή… Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under Random thoughts, Thoughts

Μάτια που ευχαριστούν… Μάτια που βουρκώνουν…

Παραμονές της εορτής των Ταξιαρχών είναι μία πολύ σημαντική ημέρα για τη φατριά των Γαβρίληδων.
Προφανώς λόγω του ονόματος αλλά και όχι μόνο… Συνέχεια

1 σχόλιο

Filed under Random thoughts

Η απόσυρση των A-7 Corsair II όπως την έζησα…

Έχοντας πριν από εφτά χρόνια μεταφράσει στα αγγλικά ένα βιβλίο για τα ελληνικά Α-7Η, έχω μία παραπάνω ευαισθησία, ένα soft spot που λένε και οι Άγγλοι, για αυτό το θρυλικό βομβαρδιστικό. Και ενώ ταξίδευα με έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν παρών και στην τελετή παραλαβής τους στη Σούδα πριν από 40 χρόνια, σκεφτόμουν πόσο τυχερός είμαι που μπορώ να παρευρεθώ στην τελετή απόσυρσής τους.

Συνέχεια

4 Σχόλια

Filed under Αεροπορία, Ιστορικά Αεροσκάφη, Thoughts

Η εθνική, κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική μας μοναξιά…

Ομολογώ ότι ποτέ μου δεν ασπάστηκα τον κομουνισμό. Ωραίες ως πολύ ωραίες κάποιες από τις θεωρίες του αλλά σε έναν φυσικό κόσμο όπου επικρατούν ο κανόνας του Markownikov και η αρχή των Le Chatelier και Van’t Hoff, απλά δεν μπορώ να αφουκραστώ την μακροχρόνια εφαρμογή τους. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα κείμενα που πέφτουν στα χέρια μου είναι από υπερβολικά ως κατάφορα άδικα καθώς αφορούν ανθρώπους οι οποίοι αντιστάθηκαν και εξέπνευσαν στο όνομα της πατρίδας, ταγμένοι στο πλευρό του ΕΑΜ…

Συνέχεια

1 σχόλιο

Filed under Πεσόντες, Thoughts

Στη ζωή μετά τη Φρουρά…

Τον ξέρετε ως τον δακρυσμένο εύζωνα. Εγώ ως Εύζωνα Μ!+0 Ανδρέα (προτίμησα στην παρούσα φάση να διατηρηθεί η ανωνυμία του). Χορεύαμε τις προάλλες παρέα. Βρεθήκαμε στον γάμο ενός συνοδοιπόρου στον ευζωνικό δρόμο που διαβήκαμε. Είχα να τον δω χρόνια. Απ’ όταν απολυθήκαμε θαρρώ. Ο γάμος υπέροχος παρά τις αναποδιές του καιρού. Και ο έγγαμος βιος όμως έτσι είναι οπότε καλή είναι και η προπόνηση… Δε θέλω να σας μιλήσω όμως για τον γάμο. Θέλω να σας μεταφέρω τις σκέψεις μου οι οποίες γεννηθήκαν στο τραπέζι που καθόμουν με τις σειρούλες μου και τις συζύγους, αρραβωνιαστικιές, φιλενάδες τους… Συνέχεια

1 σχόλιο

Filed under Φρουρά, Random thoughts

Το άγνωστο Δίστομο της 11ης Ιουνίου 1944

Πόσα να γράψεις και να φανούν πολλά για μία θηριωδία; Πόσα; Πώς να δικαιολογήσει κανείς εκμεταλλευόμενος την αποκτήνωση του πολέμου, το φρικιαστικό συναπάντημα αβάπτιστου βρέφους με τον άρχοντα του Άδη; Δεν είναι τόσο το γεγονός ότι εκτέλεσαν αθώους άμαχους πολίτες. Στο μυαλό μου είναι πολύ μεγαλύτερο το έγκλημά τους καθώς αποδόθηκαν σε βαρβαρότητες που μόνο από τουρκικά ή μογγολικά ασκέρια ατάκτων θα μπορούσαν να τις είχαν αντιγράψει. Κι όμως, λόγω των ημερών δε θα σας μιλήσω για τη σφαγή στο Δίστομο. Θα σας μιλήσω για την κατά πολύ λιγότερο γνωστή σφαγή στο Καλάμι…

Το βράδυ της 10ης Ιουνίου, οι Γερμανοί του 1/7 τάγματος SS έφυγαν από το Δίστομο. Γεμάτοι αίματα επέστρεψαν στη Λιβαδειά. Την επόμενη μέρα το πρωί, αφού το προηγούμενο βράδυ είχαν διασκεδάσει όπως συνήθιζαν, κινήθηκαν προς το χωριό Καλάμι, αρκετά κοντά στη Θήβα. Με μαεστρία, απέκλεισαν όλες τις οδικές αρτηρίες από και προς το χωριό. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο και χωρίς να προσπαθούν να ξετρυπώσουν αντάρτες, επιδόθηκαν στη συστηματική συγκέντρωση των κατοίκων του χωριού στα γύρω χωράφια. Με πυροβολισμούς στον αέρα, εύκολα εκφόβισαν τους λιγότερο δεκτικούς χωρικούς να τους ακολουθήσουν. Με τους δρόμους ήδη αποκλεισμένους, οι Καλαμιώτες δεν είχαν πού αλλού να πάνε.

Συννεφιασμένος ήταν λένε, ο ουρανός της Βοιωτίας εκείνη τη μέρα. Σα να μην ήθελε η Φύση να δει τι θα εκτυλιχθεί εκεί… Με απότομες, κοφτές κινήσεις οι στρατιώτες των Waffen SS χωρίζουν τους άρρενες από τις γυναίκες και τα κορίτσια. Έχουν κάνει δύο κύκλους γύρω από τους άμαχους. Τότε, ένας από τους άνδρες συνειδητοποιεί τι πρόκειται να γίνει.

Κρακ! Το μεταλλικό μαστίγιο εκείνου του πρώτου του ανυπόμονου MP-40 χτυπά το φυσίγγιο στη θαλάμη. Ακολουθούν εκ του ισχύου τα υπόλοιπα αυτόματα στην πιο ανατριχιαστική και μακάβρια συναυλία. Δεν διαρκεί όμως πολύ. Δε χρειάζεται. Όλα έχουν τελειώσει σε λιγότερο από ένα λεπτό. Πριν καλά- καλά κοπάσουν οι επικρουστήρες των γερμανικών πολυβόλων, 2-3 μοναχικά κλάματα ακούγονται μόνο, και από τις δύο ομάδες. Ο επικεφαλής λοχαγός περνάει ανάμεσα στα πεσμένα κορμιά. Με το πιστόλι του σφραγίζει την μοίρα εκείνων που φαίνονται ακόμη να παλεύουν στο όριο του γκρεμού μεταξύ ζωής και θανάτου.

Κι όμως, δεν μπορούσαν να αρκεστούν στον ομαδικό θάνατο λίγων χωρικών. Στη συνέχεια, σα να μην έφτανε η εκτέλεσή τους, τους πέταξαν σε ένα σπίτι κι έβαλαν φωτιά στο σπίτι με φυσικό αποτέλεσμα, να απανθρακωθούν όλα τα πτώματα.

Έχοντας επιβεβαιώσει το ορθό- για εκείνους- τέλος του έργου τους, μπήκαν στο πλέον έρημο, χωριό και λεηλάτησαν τα πάντα. Ρήμαξαν σπίτια και καταστήματα, πλιατσικλόγησαν από οικογενειακά κειμήλια και κοσμήματα ως τραπεζομάντηλα και ρούχα. Τυριά, λάδι, αλεύρι και καλαμπόκι ήταν επίσης απαραίτητη λεία. Ακόμη και τα ζώα πήραν. Χοίροι και κότες, αρνιά και πρόβατα, όλα φορτώθηκαν στα φορτηγά με προορισμό τη Λιβαδειά.

Ο θλιβερός απολογισμός της ωμής, σύντομης επανάληψης της θηριωδίας της προηγούμενης ημέρας ήταν 24 νεκροί και 2 τραυματίες. Στους νεκρούς περιλαμβάνονται δύο παιδιά 2 ετών και δύο αβάπτιστα μωρά, λίγων μηνών.

Στο λιτό αλλά συγκλονιστικής έμπνευσης Μνημείο που έχει στήσει ο δήμος Λεβαδέων, κοντά στο σημείο όπου εκτυλίχθηκε η τραγωδία του μικρού αυτού χωριού της Βοιωτίας, φαίνονται όλα τα ονόματα αυτών που θυσιάστηκαν σαν σήμερα, πριν από ακριβώς 70 χρόνια.

ΑΠΑΝΤΕΣ ΑΘΑΝΑΤΟΙ!

2012-08-06 18.39.50

Σχολιάστε

Filed under Πεσόντες, Random thoughts

Το βαπόρι από τη Σούδα…

Σαν σήμερα, 9 Ιουνίου 1944, πριν από 70 χρόνια, διαπράχθηκε ένα… έγκλημα; Ίσως. Εγκληματικό λάθος; Σίγουρα! Οι γερμανοί είχαν βάλει σαν αμνοερίφια 600 Κρητικούς στο φορτηγό πλοίο Tanais. Οι Άγγλοι με το υποβρύχιο HMS Vivid να περιπολεί στην περιοχή της Σαντορίνης, έστειλαν τέσσερις τορπίλες, οι οποίες έπληξαν το φορτηγό πλοίο. Και μετά, σιγή…

Το φορτηγό πλοίο Tanais, προπολεμικά ιδιοκτησίας Έλληνα εφοπλιστή, είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς. Σε αυτό φόρτωσαν όπως- όπως, περίπου 600 ανθρώπους, από όλη την Κρήτη αλλά κυρίως τα Χανιά και το Ρέθυμνο. Προορισμός τους η κεντρική Ευρώπη και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το πλοίο θα τους αποβίβαζε σε κάποιο λιμάνι κι από κει θα συνέχιζαν το μακάβριο ταξίδι με φορτηγά τραίνα.

Η Wehrmacht είχε το ίδιον, για πολλούς και εν πολλοίς κατανοητούς, λόγους, να κρατά μυστικό το «φορτίο» που είχαν τα πλοία της. Οι Βρετανοί υποτίθεται ότι δεν γνώριζαν ότι στο Tanais δεν υπήρχαν πυρομαχικά και πετρέλαιο αλλά μονάχα ανθρώπινες ψυχές. Υποτίθεται…

Το πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι της Σούδας την 8η Ιουνίου 1944 στις 20:00. Στις 03:00 είχε βρεθεί ανοιχτά της Σαντορίνης, όπου περιπολούσε το βρετανικό υποβρύχιο HMS Vivid. Η Ανώτατη Διοίκηση του Βασιλικού Ναυτικού είχε δώσει σαφείς και ρητές εντολές να τορπιλίζονται όσα πλοία γερμανικών (και μέχρι τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και των ιταλικών) νηοπομπών έπεφταν στα περισκόπια των υποβρυχίων της Δύναμης Μεσογείου. Ό,τι έκαναν τα U-boot στον Ατλαντικό θα έκαναν οι βρετανοί στη Μεσόγειο…

Μέσα στη νύχτα και τη φεγγαρολουσμένη θάλασσα, τέσσερις τορπίλες αποχωρίστηκαν από το Vivid. Το Tanais πήγε αύτανδρο. Όλα είχαν τελειώσει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Από τους 600 περίπου επιβαίνοντες, περίπου 100 ήταν παιδιά και συνολικά, περίπου 260 Κρητικοί Εβραίοι. Οι υπόλοιποι ήταν αντιστασιακοί, αιχμάλωτοι πολέμου (κυρίως Ιταλοί και λίγοι Ρώσοι).
Σαν σήμερα πριν από ακριβώς 70 χρόνια έδωσε τη ζωή της, σε μία κατάσταση στην οποία δεν μπορούσε να προσφέρει κάτι, η αδερφή του παππού μου, η Σταυρούλα (η οποία αντιμετώπιζε κατηγορίες κατασκοπίας υπέρ των Συμμάχων), η Αγγελική και ο θείος ο Μανώλης ο Τωράκης. Ναι, στην Κρήτη είναι δύσκολο να βρεις οικογένεια να μην έχει δώσει κάποιο παιδί της για την Πατρίδα…

Η Πατρίδα, τι έκανε μετά για όλο αυτό το «συμβάν»; Τίποτε… Το αποσιώπησε. Προτίμησε να κάνει το ψάρι και να τηρήσει τη σιγή του… Δεν την έπαιρνε είπαν κάποιοι. Μην μπερδεύεστε. δεν είναι η Πατρίδα εκείνη που δεν την παίρνει. Είναι οι ανθρωπόμορφοι ψεύτες που εξουσιάζουν και κρατούν στα χέρια τους την ισχύ και τις εκδηλώσεις της Πατρίδας εκείνοι τους οποίους δεν παίρνει. Γιατί οι Άγγλοι και οι Γερμανοί έχουν στα χέρια τους τα γραμμάτεια αυτών των δήθεν πατριωτών.

Μην προσβάλλετε την Πατρίδα όπως την προσβάλλουν εκείνοι που δεν τιμούν τόσο τους ηρωικά πεσόντες, όσο και τις αδικοχαμένες ψυχές ενός Πολέμου που δυστυχώς δε μας δίδαξε όσα θα έπρεπε.

Ας πάψουμε πλέον τις απαγγελίες κατηγορίας σαν άλλες τορπίλες από το Vivid. Ας κάνουμε κάτι για να τιμήσουμε τους αδικοχαμένους νεκρούς μας. Αυτές τις ψυχές που περιμένουν κάποιου είδους δικαίωση. Γιατί ειλικρινά, όσο κι αν με θυμώνει που το λέω/ γράφω, πιστεύω ακράδαντα ότι είναι αλήθεια: Αν στο πλοίο δεν υπήρχαν Εβραίοι, τίποτα από όσα σας περιέγραψα παραπάνω δε θα είχε γίνει γνωστό…

ΑΘΑΝΑΤΟΙ!

Σχολιάστε

Filed under Πεσόντες, Random thoughts

Οι Νεοζηλανδοί στον Γαλατά

Στη μάχη της Κρήτης, σημειώθηκαν πολλά περιστατικά γενναιότητας, ατομικής και ομαδικής. Από αυτά, τρία είναι που ξεχωρίζουν για τη Νεοζηλανδική Μεραρχία που πολέμησε στην Κρήτη. Το πρώτο είναι η αντεπίθεση για την ανακατάληψη του αεροδρομίου στο Μάλεμε. Σαν σήμερα, το απόγευμα της 25ης  Μαΐου 1941, έλαβε χώρα το δεύτερο χρονολογικά- η αντέφοδος στον Γαλατά…

Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω αυτά που διάβασα με τρόπο πιο παραστατικό απ’ ότι τα έχει δώσει ο Kenneth Sandford. Επιπλέον, επειδή εγώ μετέφρασα το κείμενό του, διατηρώ την ψευδαίσθηση ότι κάτι έγραψα κι εγώ…

Ο Kippenberger αποφάσισε ότι πρέπει να επιτεθούν και μάλιστα, αποφασιστικά. Δύο βρετανικά τεθωρακισμένα ήταν διαθέσιμα- αρχηγός του ενός εκ των οποίων ήταν ο Roy Farran- και δύο λόχοι του 23ου τάγματος- κουρασμένοι αλλά με καλό ηθικό.

Ο Farran μπήκε μαχόμενος και με θόρυβο στον Γαλατά και επέστρεψε αναφέροντας ότι το χωριό ήταν «πήχτρα στους Γερμανούς».

Ο Kippenberger ανέφερε στους δύο διαθέσιμους λόχους ότι δεν υπήρχε χρόνος για αναγνώριση. Τα τεθωρακισμένα θα έμπαιναν μπροστά, το πεζικό θα ακολουθούσε, σε μονό ζυγό εκατέρωθεν του δρόμου, παίρνοντας τα πάντα μαζί τους.

Ο Farran είπε «Έχω δύο τραυματίες μέσα (ΣτΜ: στο τεθωρακισμένο του). Μπορεί κανείς από τους Νεοζηλανδούς σου να πάρει τη θέση τους;»

Ζητήθηκαν εθελοντές. Αργότερα ο Farran είπε πως «παρουσιάστηκαν περίπου 300 εθελοντές» η οποία είναι μία ευχάριστη αλλά και ανακριβής (ΣτΜ: όσο και προφανής) υπερβολή. Παρ’ όλα αυτά, δύο άνδρες οι οποίοι να μπορούν να επανδρώσουν ισάριθμα πολυβόλα Vickers βρέθηκαν εύκολα. Εστάλησαν στην πάνω πλευρά του δρόμου, για μία ταχύρρυθμη εκπαίδευση στα τεθωρακισμένα, ενώ το υπόλοιπο πεζικό περίμενε καρτερικά στην άκρη του δρόμου.

Τώρα, έρχονταν και κάποιοι άνδρες από άλλες μονάδες, άνδρες χωρίς μονάδες, αλλά ευτυχείς που τους δινόταν η ευκαιρία να πλήξουν ξανά τον εχθρό, ενσωματωμένοι στους στοίχους που περίμεναν στην άκρη του δρόμου.

Υπήρχαν ομάδες από το 20ο (τάγμα), ορισμένοι από μονάδες εφοδιασμού, κάποιοι λίγοι βρετανοί αξιωματικοί, λογιών- λογιών υπολείμματα οι οποίοι αρνούνταν να μείνουν εκτός. Μπροστά στην κατάρρευση και την καταστροφή, με άνδρες εξαντλημένους και πολλούς να έχουν λυγίσει, εδώ είχαμε ένα παράδειγμα ανάκαμψης που θα ενέπνεε.

Δέκα λεπτά αρκούσαν για τους άνδρες να μάθουν τι θα έπρεπε να κάνουν μέσα στα τεθωρακισμένα. Επέστρεψαν. Χωρίς να ειπωθεί κάτι άλλο, ξεκίνησαν οι πεζικάριοι, τα τεθωρακισμένα να βγαίνουν εμπρός και ο Γαλατάς να αχνοφαίνεται στο σούρουπο.

Ξεκινώντας με βήμα αργό, ο ρυθμός έβαινε σταδιακά αυξανόμενος ώσπου έγινε τροχάδην ώστε να μπορούν να πηγαίνουν μαζί με τα τεθωρακισμένα. Και ξαφνικά, με τα κτίρια του χωριού λιγότερο από 200 μέτρα μακριά, πολεμικές κραυγές οι οποίες ακόμη αντηχούν στα αυτιά όσων τις άκουσαν.

“(…) Ολόκληρη η γραμμή φάνηκε σα να ξεσπά αυθόρμητα στις πιο ανατριχιαστικές πολεμικές κραυγές… Τα παλληκάρια μας να εφορμούν φωνάζοντας…”

“(…) Ένιωθε κανείς το αίμα του να βράζει πιο πάνω από τον φόβο και την αβεβαιότητα, μέχρι το σημείο όπου μόνο μία ανεξήγητη, πέραν περιγραφών, χαρά ξεπερνούσε όλα τα άλλα και προχωρούσαμε ως ένας άνδρας στα περίχωρα…”

Έτσι έγραψαν οι άνδρες που συμμετείχαν σε αυτό το αξιοθαύμαστο επεισόδιο. Όρμησαν στο χωριό, ακολουθώντας τους δρόμους, πάνω από τοίχους, μέσα από κήπους, μέσα από κτίρια, φωνάζοντας, πολεμώντας και συνεχώς κινούμενοι προς τα εμπρός. Δέχονταν πυρά από παντού- από ταράτσες και στέγες, πόρτες και παράθυρα. Όποιος έπεφτε είχε θάνατο γρήγορο και ελεύθερο αλλά οι υπόλοιποι απλά έσπρωχναν εμπρός. Η κλαγγή της μάχης ήταν συντριπτική.

Ο εχθρός έκανε πίσω, πετάγονταν από σπίτια και μαγαζιά, προσπαθώντας να αναδιοργανωθούν στην κάτω πλευρά της πλατείας του χωριού. Εκεί όμως, ακόμη και με τα δύο τεθωρακισμένα τους κατεστραμμένα, οι Νεοζηλανδοί έκαναν καινούρια έφοδο. Οι Γερμανοί τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

Υπήρξαν σκηνές απαράμιλλης γενναιότητας. Άνδρες να τρέχουν στο στόμα των γερμανικών πολυβόλων, να βουτούν στη φρίκη της μάχης με ξιφολόγχες με παράτολμη ζέση, να τρέπουν σε φυγή τους Γερμανούς με μια μανία που μπορεί να περιέλθει μόνο σε εκείνους που έχουν υποχρεωθεί σε άμυνα περισσότερο χρόνο απ’ όσο μπορούσαν να αντέξουν.

Είναι πολλοί εκείνοι που λένε ότι αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή των Νεοζηλανδών σε ολόκληρο τον πόλεμο! Σίγουρα, δεν υπάρχει άλλη στιγμή που να τη φτάνει σε εμψύχωση πολεμιστών για μία απέλπιδα επιχείρηση. Καμία άλλη συμπλοκή δεν μπορεί να μοιραστεί το πνεύμα της ξαφνικής αυτής τολμηρής επιθετικής κίνησης, στεφανωμένη καθώς ήταν από πλήρη επιτυχία. Γιατί ο Γαλατάς εκκαθαρίστηκε πλήρως από κάθε εχθρική παρουσία, και άνδρες με την κάψα της μάχης, μπήκαν στις θέσεις που προηγουμένως κατέχονταν από τον εχθρό, αποφασισμένοι να υπεραμυνθούν του χωριού και των θέσεων αυτών.

Μετάφραση- όχι πάντα αυτολεξεί- από το βιβλίο του Kenneth Sandford “Mark of the lion, the story of Capt. Charles Upham, VC and bar”, Ives Washburn Inc., 1962.

1 σχόλιο

Filed under Πεσόντες, Φρουρά, Strategic thinking

Gough- Οι Βρετανοί Κομνηνοί

Είναι κάποιοι άνθρωποι που συναντά κανείς στο διάβα της ζωής του οι οποίοι αφήνουν ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα όπου ακουμπήσουν. Άνθρωποι των οποίων το θάρρος και η αίσθηση καθήκοντος ξεφεύγει κατά πολύ από τα όρια που έχουμε συνηθίσει στην καθημερινότητά μας. Δεν είναι προνόμιο μιας φυλής ή μιας γενετικά τροποποιημένης ράτσας. Δεν είναι χαρακτηριστικό ενός τόπου ή μιας κοινότητας. Μπορείς να συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους σε κάθε πλάτος και μήκος της Γης. Να τους βρίσκεις όμως σε μια οικογένεια, αυτό, τους κατατάσσει ως σπάνιους. Μία τέτοια οικογένεια είναι οι Gough (το όνομα προφέρεται «Γκόφ») η οποία θεωρείται και ως η πιο γενναία οικογένεια της Αγγλίας. Μία τέτοια οικογένεια είναι για μένα οι Κομνηνοί. Οι παραλληλισμοί μεταξύ των δύο οικογενειών που έλαβαν χώρα μέσα στο κεφάλι μου είναι αρκετά αυθόρμητοι και ίσως λιγάκι αυθαίρετοι. Τι να γίνει όμως; Έτσι το σκέφτηκα, έτσι μου έχει κολλήσει, έτσι σας το μεταφέρω.

Οι Gough θεωρούνται η πιο γενναία οικογένεια της Αγγλίας καθώς τρία από τα μέλη της έχουν τιμηθεί με τον Σταυρό της Βικτωρίας, την ανώτατη ηθική αμοιβή που μπορεί να απονεμηθεί σε στρατιώτη της Μεγάλης Βρετανίας και της Κοινοπολιτείας. Μάλιστα, οι δύο από αυτούς είναι αδέρφια ενώ ο τρίτος είναι ο γιός- ή ανιψιός ανάλογα πώς θα το δει κανείς. Ένα τέταρτο μέλος της οικογένειας έχει τιμηθεί με τη δεύτερη υψηλότερη ηθική διάκριση της Κοινοπολιτείας για στρατιωτική δράση ενώ ο αριθμός των στρατηγών και στραταρχών με το επώνυμο αυτό ξεπερνά τα δάχτυλα των δύο χεριών.

Το όνομα Gough μάλλον προέρχεται από την ουαλική λέξη «coch», που σημαίνει κόκκινο. Περί τα 1600, μετανάστευσαν στην Ιρλανδία και μέχρι τα μέσα του 1800 αποτελούσαν μία από τις πιο εύπορες οικογένειες της ιρλανδικής αριστοκρατίας και θεωρούσαν εαυτούς πολύ περισσότερο Ιρλανδούς παρά Άγγλους.

Ο στρατάρχης Hugh Gough, 1ος υποκόμης Gough, γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1779. Οι μάχες για την Ιβηρική Χερσόνησο κατά τους Ναπολεόντιους Πολέμους, τον βρήκαν διοικητή του 2ου τάγματος, του 87ου Συντάγματος Πεζικού των Royal Irish Fusiliers. Το συγκεκριμένο σύνταγμα είναι γνωστό ως το πρώτο στην ιστορία που μπόρεσε να καταλάβει τον Αετό- λάβαρο γαλλικού συντάγματος. Ήταν διοικητής των βρετανικών στρατευμάτων που νίκησαν τους Ινδούς στους δύο πολέμους μεταξύ Άγγλων και Σίχ.

Στον Β’ πόλεμο μεταξύ Άγγλων και Σιχ, στην ηλικία των 18, υπηρέτησε και ο εγγονός του, ο Charles John Stanley Gough, τον οποίο αργότερα ο βασιλιάς θα έχριζε sir και ο ίδιος θα ανέβαινε μέχρι τον βαθμό του Στρατηγού. Αυτά όμως δεν είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο θυμούνται τον συγκεκριμένο Gough. Δεν είναι καν ο δεύτερος ή τρίτος λόγος…

Στα 25 του, ο Charles John Stanley ήταν ταγματάρχης στο 5ο Σύνταγμα Ιππικού Βεγγάλης. Κατά την ανταρσία της Ινδίας, ο Charles John Stanley και ο αδερφός του ο Hugh, υπηρετούσαν στο σώμα στρατού ινδικής μεθορίου το οποίο την περίοδο εκείνη ονομαζόταν Guides Corps. Έλαβαν μέρος στην πολιορκία της Lucknow. Στην πολιορκία αυτή και για τέσσερις- ναι, τέσσερις- διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες επέδειξε απαράμιλλο θάρρος, απονεμήθηκε στον Charles John Stanley Gough, ο Σταυρός της Βικτωρίας. Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, ο Charles John Stanley έσωσε τον αδερφό του από βέβαιο θάνατο!

Η ηθική αμοιβή αυτή του απονεμήθηκε στις 21/10/1859 και στην έκθεση απονομής γράφονται τα ακόλουθα:

(…) Ημερομηνίες κατά τις οποίες διενεργήθηκαν πράξεις απαράμιλλου θάρρους: 15η και 18η Αυγούστου 1857 και 27η Ιανουαρίου και 23η Φεβρουαρίου 1858.

Πρώτον, για ανδρεία σε περιστατικό στο Khurdowdah, κοντά στο Rhotuck, στις 15 Αυγούστου 1857, κατά το οποίο έσωσε τον ήδη τραυματία αδερφό του και φόνευσε δύο εκ του εχθρού.

Δεύτερον, για ανδρεία στις 18 Αυγούστου, όταν οδήγησε έφοδο διμοιρίας αναγνώρισης και σκότωσε με ξίφος δύο πεζούς στρατιώτες και με έναν τρίτο, έφιππο είχε σκληρή και απέλπιδα αναμέτρηση εκ του συστάδην.

Τρίτον, για ανδρεία στις 27 Ιανουαρίου 1858, στο Shumshabad όπου σε έφοδο ιππικού κι ενώ ήταν στην κορυφή του σχηματισμού, επιτέθηκε σε έναν από τους αντίπαλους διοικητές. Τον σκότωσε με τη σπάθη του, η οποία όμως παρέμεινε καρφωμένη στο άψυχο κορμί του εχθρού. Ο ταγματάρχης διατήρησε την ψυχραιμίά του και υπερασπίστηκε τον εαυτό του με το περίστροφό του, φονεύοντας άλλους δύο στρατιώτες μέχρι να έρθουν ενισχύσεις.

Τέταρτον, για ανδρεία στις 23 Φεβρουαρίου, στο Meangunge, όπου προσέτρεξε σε βοήθεια του ταγματάρχη GeorgeAnson, υποδιοικητή του τάγματος, φονεύοντας τον αντίπαλο του ταγματάρχη κι ευθύς μετά, τον αντίπαλο που όπως και ο Gough, είχε προστρέξει σε βοήθεια του συμπολεμιστή του.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι όλες οι προαναφερθείσες πράξεις είχαν σκοπό την παροχή βοήθειας σε κάποιον συμπολεμιστή προκειμένου αυτός να βγει από μία δύσκολη, επικίνδυνη και ίσως τελευταία, κατάσταση.

Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, στον δεύτερο πόλεμο μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και του Εμιράτου του Αφγανιστάν, ο Charles John Stanley Gough, ταξίαρχος πλέον, θα ετίθετο επικεφαλής φάλαγγας ενίσχυσης της υπό πολιορκία φρουράς της βάσης του Sherpur (το καντούνι του Sherpur). Η φρουρά δύναμης περίπου ενός λόχου κρατούσε την οχυρή θέση, απέναντι σε περίπου χίλιους Αφγανούς πολεμιστές. Όταν ο αρχηγός τον Αφγανών, Mohammed Jan ειδοποιήθηκε ότι έρχονταν ενισχύσεις υπό τον Gough, διέταξε έφοδο η οποία όμως, απέτυχε.

Ο Charles John Stanley Gough, απέκτησε δύο παιδιά, και τα δύο αγόρια. Και οι δύο έγιναν στρατιωτικοί και έφτασαν στις κορυφές της ιεραρχίας του Βρετανικού στρατού, υπηρετώντας σε πλήθος συρράξεων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο…

Ο μεγαλύτερος γιος του ήταν ο Hubert Gough, ο οποίος γεννήθηκε 3 μέρες πριν την 13η επέτειο της μάχης στην οποία ο πατέρας του έσωσε τον θείο του! Έφτασε κι εκείνος τον βαθμο του στρατηγού και ήταν από τους αγαπημένους επιτελικούς αξιωματικούς του Douglas Haig. Τα δύο τελευταία χρόνια του Α ΠΠ ήταν διοικητής της βρετανικής 5ης στρατιάς.

Ο δεύτερος γιός του, ο John (γνωστός σε όλους ως Johnnie) διακρίθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πριν το κολαστήριο αυτό όμως, βρέθηκε να υπηρετεί στην κεντρική Αφρική, τη Σομαλία, το Σουδάν, στην Κρήτη κατά την περίοδο της τριπλής εποπτείας από τις Μεγάλες Δυνάμεις και στον δεύτερο πόλεμο των Μπόερ. Πριν το ξέσπασμα του Α’ παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στην Αγγλία για να διδάξει στο Κολλέγιο του Ήτον. Στον Α ΠΠ διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του κι ας είχε πλέον να πολεμήσει από το επιτελείο, ενάντια σε άλλους στρατηγούς και επιτελικούς αξιωματικούς, αντί για τον πραγματικό κοινό εχθρό. Ήταν ο πρώτος διοικητής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στη Γαλλία και εν συνεχεία διοικητής του πρώτου Βρετανικού Σώματος Στρατού.

Ο John ήταν πλέον στα 31 και ταγματάρχης στην Ταξιαρχία τυφεκιοφόρων κατά την Τρίτη αποστολή στη Σομαλία. Στις 22 Απριλίου 1903, ο Johnnyήταν επικεφαλής μία φάλαγγας στην οποία επιτέθηκαν υπέρτεροι αριθμοί Σομαλών κοντά στο Daratoleh. Αφού κατάφερε και οργάνωσε γρήγορα την άμυνά του, κατάφερε να οπισθοχωρήσει με τάξη και μαχόμενος, μειώνοντας σημαντικά τις δικές του απώλειες και αυξάνοντας σημαντικά τις εχθρικές. Επέστρεψε ώστε να βοηθήσει δύο λοχαγούς, τον William Walker και τον George Roland, οι οποίοι είχαν μείνει πίσω για να βοηθήσουν έναν βαριά τραυματισμένο αξιωματικό. Όταν κατόρθωσαν να τον φορτώσουν σε μία καμήλα, ο αξιωματικός τραυματίστηκε ξανά και πέθανε ακαριαία. Για τις ενέργειές τους, οι λοχαγοί τιμήθηκαν με τον Σταυρό της Βικτωρίας. Όμως ο Johnny στην αναφορά που έκανε, δεν ανέφερε τη συμμετοχή του στο περιστατικό. Όταν οι δύο λοχαγοί κατέθεσαν στην επιτροπή για την απονομή του μεταλλίου, τότε μόνο αποκαλύφθηκε η πραγματική ιστορία και αποδείχθηκε ότι ο Johnny άξιζε εξίσου το παράσημο αυτό. Ο Βασιλιάς της Μεγάλης Βρετανίας του απένειμε το παράσημο σε μία ημερομηνία μοναδική όπως κι εκείνος- την 29η Φεβρουαρίου 1904.

Ο αδερφός του Charles John Stanley- του πατέρα του Johnny όπως είπαμε-, ο Hugh Henry απέκτησε μία κόρη η οποία παντρεύτηκε τον επίσης ήρωα του Α’ ΠΠ Henry Maitland Wilson. Ο Hugh, ποτέ δεν ξέχασε πως ό, τι απέκτησε στη ζωή του το χρωστούσε πρωτίστως στους γονείς του και μετά, εξίσου σημαντικά, στον αδερφό του που του έσωσε τη ζωή. Είχε όμως πάντα, μία σκιά να τον κατατρέχει και να προσπαθεί να αποδείξει ότι κι εκείνος ήταν γενναίος. Ότι κι εκείνος στην οικογένεια «δεν μασούσε».

Ο Hugh ήταν ένας υπολοχαγός 23 ετών στο 19ο σύνταγμα Ουσσάρων κατά τη διάρκεια της Ινδικής Ανταρσίας όταν, έλαβαν χώρα τα περιστατικά για τα οποία αποφασίστηκε να του απονεμηθεί κι εκείνου, ο Σταυρός της Βικτωρίας:

(…) Ημερομηνίες κατά τις οποίες διενεργήθηκαν πράξεις απαράμιλλου θάρρους: 12η Νοεμβρίου 1857 και 25η Φεβρουαρίου 1858.

Ο υπολοχαγός Gough, όντας επικεφαλής ομάδας ιππέων κοντά στην Alumbagh τη 12η Νοεμβρίου 1857,- μόλις 3 μήνες μετά τον τραυματισμό του στο περιστατικό όπου παρ’ ολίγον να χάσει τη ζωή του- διακρίθηκε ιδιαίτερα καθώς οδήγησε τους άνδρες του διαμέσου ενός βάλτου και καταλαμβάνοντας δύο πυροβόλα, παρόλο που τα υπερασπίζονταν συγκριτικά πολύ μεγαλύτερος όγκος εχθρικών στρατευμάτων. Σε αυτό το περιστατικό, το άλογό του τραυματίστηκε δύο φορές και το τουρμπάνι του κόπηκε δύο φορές σε μάχη εκ του συστάδην με τρεις Ινδούς πεζούς.

Επίσης επέδειξε τρομερό θάρρος σε βαθμό που να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, κοντά στο Jellalabad στις 25 Φεβρουαρίου 1858, όντας φοβερό παράδειγμα για όλο το Σύνταγμά του. Όταν διατάχθηκε να εφορμήσει εναντίον των εχθρικών πυροβόλων, μέσω της γενναίας και ευθαρσούς διαγωγής του, τους επέτρεψε να επιτύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό. Στη θέση που ήταν ταγμένα τα πυροβόλα του εχθρού, παρέμεινε και υπεραμύνθηκε εναντίον προσπαθειών των Ινδών να ανακαταλάβουν τα πυροβόλα. Δεν σταμάτησε μέχρι που μία σφαι΄ρα από μουσκέτο τον τραυμάτισε στον μηρό. Η σφαίρα τον βρήκε ενώ ορμούσε ενάντια σε δύο ινδούς πεζούς με εφ όπλου λόγχη. Τη μέρα εκείνη, δύο άλογα σκοτώθηκαν καθώς τα ίππευε, μία σφαίρα πέρασε μέσα από το κράνος του αλλά χωρίς να τον τραυματίσει και άλλη μία από το θηκάρι της σπάθης του.

Σε μία εποχή που- ευτυχώς- οι πόλεμοι δεν έχουν την κλίμακα ή τη συμμετοχή από ελληνικής πλευράς, που είχαν κάποτε, αρκούν μερικά σημεία μόνο για να κάνει κανείς τους απαραίτητους συνειρμούς και συσχετισμούς. Όταν πριν δύο χρόνια είχα πρωτοεκφράσει τον συσχετισμό μου αυτόν, είχαν βγει κάποιοι να με φάνε. Όχι τόσο επειδή δε συμφωνούσαν αλλά επειδή δεν τους άρεσε που αναφερόμουν σε άλλη οικογένεια, και όχι τη δική τους. Έλα που είμαι μεγαλύτερη μερίδα απ’όσο μπορούν να φάνε οι περισσότεροι…

Γνώρισα τον 2ο- ηλικιακά- εκ των τεσσάρων, αδελφών Κομνηνών, τον Νοέμβριο του 2012. Τους δύο μικρότερους τους είχα γνωρίσει λίγο καιρό νωρίτερα. Είχαν υπηρετήσει και οι τρεις στη Φρουρά, φυλάσσοντας το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Συνέχιζαν κατά κάποιον τρόπο μία οικογενειακή παράδοση. Επέλεξαν να συνεχίσουν μία οικογενειακή παράδοση. Μία οικογενειακή παράδοση δύσκολη κι επίπονη.

Τον μεγαλύτερο από τους τέσσερις αδερφούς Κομνηνούς τον γνώρισα εκ του σύνεγγυς αργότερα- αν και η φήμη του προηγείτο αυτού. Απλώς η από κοντά γνωριμία μας, μου επιβεβαίωσε όσα είχα σχηματίσει στο μυαλό μου. Ήταν ο μόνος που δεν υπηρέτησε ως Εύζων- και όχι διότι ο ίδιος δεν ήθελε- αλλά σίγουρα άξιζε όσους γαλάζιους μπερέδες πήραν τα υπόλοιπα αδέρφια κι έναν παραπάνω. Και ας σημειωθεί ότι όσες φορές τον είδα, ήμασταν έξω. Δεν τον είδα ποτέ μέσα στην ασφάλεια της οικογενειακής στέγης. Παρά τη σοβαρή ασθένεια και την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, ήθελε να βγαίνει έξω και να συμμετέχει σε όσο περισσότερες δραστηριότητες μπορούσε. Όπως μπορούσε.

Ένας άνθρωπος που όταν η ομάδα του χάνει με 2 πόντους, δε θα διστάσει να πάρει τη μπάλα και να σουτάρει για 3. Όχι επειδή είναι ριψοκίνδυνος αλλά επειδή ξέρει ότι το έχει και δε χρειάζεται να πάνε σε παράταση! Έναν άνθρωπο που συστήθηκε νωρίς με τον Μαύρο Θεριστή και αντί να τρομάξει, τον προκάλεσε στο τραπέζι του για μπρα-ντε-φερ και τον νίκησε στις πρώτες τους αναμετρήσεις…

ΦΡΟΥΡΑ! ΠΡΟΣΟ-ΧΗ!

Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του Στάθη Κομνηνού ο οποίος πολέμησε με καρδιά λέοντα μέσα σε εξωπραγματικά δυσμενείς συνθήκες την νόσο του καρκίνου και έφυγε από κοντά μας πριν 40 μέρες. Όπως ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, ο Στάθης έχασε τη μάχη του αλλά άφησε πίσω του μια βαριά κληρονομιά γενναιότητας, περιφρόνησης προς τον θάνατο και αγάπης προς κάθε τι έμβιο. Ο τρόπος με τον οποίο πάλεψε και κατέρριψε όσα προγνωστικά έδιναν οι ειδικοί, τον καθιστούν πρότυπο αγωνιστή και σίγουρα ενός αγγέλου που συγκεκαλυμμένα θα βρίσκεται ανάμεσά μας. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

Σχολιάστε

Filed under Πεσόντες, Φρουρά, Thoughts

Ο δικός μου κυματοθραύστης

Σας προτείνω καθώς διαβάζετε τις λιγοστές αράδες που ακολουθούν να ακούγεται το κομμάτι αυτό.

Στέκομαι στην αυλή του γωνιακού σπιτιού στο κέντρο του Σαμωνά. Ο γαρμπής φυσάει δυνατά και μου σκεπάζει τα μάτια με τη μαύρη μου γραβάτα. Τη φέρνω στη θέση της και αυθόρμητα μου έρχεται στον νου ο αξιωματικός που μας έστρωνε το μαύρο θίσανο όταν λόγω αέρα μας ερχόταν στο πρόσωπο και χαλούσε. Μπροστά μου κυματίζει αγριεμένη, στον ρυθμό του γαρμπή, η γαλανόλευκη. Πίσω της τα Λευκά Όρη, εξίσου άγρια, αδούλωτα. Με καλούν να κάνω αυτό που με πρόσταζε η καρδιά μου. Με καλούν να τον αποχαιρετήσω όπως μόνο εγώ και η καρδιά μου μπορούμε να κατανοήσουμε.

Ο παππούς ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που… αν δεν έχεις, πρέπει οπωσδήποτε να πάρεις έναν. Άνθρωπος σπουδαγμένος στους δρόμους της βιοπάλης και πυρωμένος στη φωτιά του πολέμου. Έμαθε να διαβάζει στον στρατό, κατά τη διάρκεια της θητείας του, με τη βοήθεια του φαντάρου στο διπλανό κρεβάτι. Πριν πάει καν στρατό, έκανε εξορία στη Μακρόνησο. Τι πολιτικά φρονήματα μπορεί να έχει ένα παιδί δεκατριών ετών; Όταν έπαιζα μαζί του και ως παιδί του χτυπούσα την πλάτη με την ψευδαίσθηση ότι τον πονούσα, έπιανα ουλές που είχαν γίνει από κονσερβοκούτια- τον μόνο τρόπο διαθέσιμο για να του κόψουν βεντούζες… Ποτέ δεν τον πόνεσα. Πάντοτε όμως έχανε κι ας μου έλεγε να μην παίζω με τα σίδερα. Και ο παιδικός μου εγωισμός μιμούνταν το παγώνι που είχα νικήσει τον παππού…

Μεγαλώνοντας, μου έμαθε πολλά. Πολλά από αυτά δε χωρούν στις ψηφιακές λέξεις των 0 και 1. Μου έδωσε όμως μια πολύ βασική συμβουλή. «κανείς» μου είπε «δε θέλει να είναι ο κυματοθραύστης.» και θυμηθείτε ότι ο άνθρωπος αυτός, ο μικρότερος γιος ενός σκληροτράχηλου ανθρώπου που είχε τη φήμη του βάρβαρου, έμαθε να διαβάζει στον στρατό. Αργότερα κατάλαβα τι εννοούσε. Εννοούσε ότι όπως ο κυματοθραύστης που μπαίνει μπροστά τραβάει όλο το λούκι της προστασίας του λιμανιού, έτσι και οι άνθρωποι οι μπροστάρηδες αντιμετωπίζουν την αντίδραση της κοινωνίας. Όπως όμως χρειάζεται το λιμάνι τον κυματοθραύστη, έτσι χρειάζεται και η κοινωνία τους πιονιέρους οι οποίοι, έχοντες τις πνευματικές αντοχές και το ψυχικό σθένος που χαρακτηρίζει και τον ογκώδη κυματοθραύστη, θα αντεπεξέλθουν στα πλήγματα και θα τραβήξουν μπροστά, συμπαρασύροντας και την κοινωνία μαζί τους.

Δεν εννοούσε ότι πρέπει να μένω πίσω, κρυμμένος στη μαζική ασφάλεια, όπως είχα καταλάβει αρχικά. Έπρεπε όμως να καταλάβω μόνος μου ότι θέλει να με δει ως κυματοθραύστη. Όταν έπαιρνα το πτυχίο μου, ήταν ο τύπος του παππού που παρά τις δυσφορίες και τους πόνους, έσφιξε τα δόντια για να είναι εκεί, στη δεύτερη πατρίδα μου και να με καμαρώσει μαζί με τους γονείς μου.

Θυμάμαι έναν παππού χαιλαντερ, όχι μόνο λόγω ορεινής καταγωγής αλλά και λόγω χρώματος μαλλιών τα οποία ανέκαθεν και μέχρι το πικρό αλλά λυτρωτικό τέλος ήταν πιο μαύρα απ’ τη νύχτα. Ανθεκτικό στον χρόνο το σαμωνιανό γονίδιο…

Θυμάμαι έναν παππού ψήστη και μάγειρα πρώτο. Θυμάμαι τα τραπέζια που έκανε, πλούσια σε γεύση και συναισθήματα. Τραπέζια στρωμένα αρχικά για λιγότερους απ’ όσους τελικά κάθονταν και έτρωγαν λουκούλεια, σε ένα σπίτι πάντοτε ανοιχτό. Διαχρονικό το γονίδιο του Τωροκωστή του «αμμούτσα».

Θυμάμαι έναν παππού «larger than life» με ένα μπέτη εξίσου μεγάλο. Χρόνια τώρα υπέφερε από άπνοιες στον ύπνο του. Λογικό ίσως. Μία τόσο μεγάλη καρδιά, που χωράει όλους τους ανθρώπους, πιάνει πολύ χώρο. Πώς να μην εμποδίζει τη σωστή λειτουργία των πνευμόνων; Πρώτη φορά τον είδα να κοιμάται χωρίς να πασχίζει να πάρει ανάσα, στο μέρος που θα αποτελούσε την τελευταία του κλίνη. Μία από τις μικρές ειρωνείες της ζωής μάλλον…

Θυμάμαι έναν παππού με μνήμες πολλές και μνήμη χρυσόψαρου όταν κάποιος- μη αριστερός- τον πλήγωνε. Οι ιστορίες από το χωριό, την Κατοχή και τη θητεία του στον στρατό, πολύτιμες και ατελείωτες. Το ίδιο και τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έμεναν τεντωμένα τα αυτιά μου προκειμένου, σαν διψασμένα για ιστορική γνώση να μπορέσουν να σβήσουν τη δίψα τους.

Θυμάμαι έναν παππού κοσμογυρισμένο αλλά προσγειωμένο, με την καρδιά του μονίμως δεμένη με το νησί και το κεφάλι του καλά στερεωμένο στους ώμους του.

Θυμάμαι έναν παππού που ξεκίνησε την κοινή του ζωή με τη γυναίκα της ζωής του με ένα κουτάλι κι ένα μπαούλο. Και παρά τα όσα με μόχθο απέκτησε, τα μυαλά του δεν πήραν αέρα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλά ειλκρινά, δε θέλω κιόλας. Δεν του πρέπει κάτι τέτοιο. Αυτό που θέλω να σας εξηγήσω είναι πώς τον αποχαιρέτησα. Μόνος μου. Ή μήπως δεν ήμουν μόνος;

ΦΡΟΥΡΑ…ΠΡΟΣΟ-ΧΗ!!! Αντηχεί η φωνή μου στα λιόφυτα βουνά που περιστοιχίζουν την τελευταία του κατοικία.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ…ΑΡΜ!!! Στέκω ακίνητος μα κλονισμένος και η φωνή μέσα μου τραγουδά σιωπηλά τον εθνικό ύμνο. Τελευταία αφιέρωση σε έναν άνθρωπο που πολέμησε για την πατρίδα από διάφορα μετερίζια, όσο κι αν η ίδια Πατρίδα τον πλήγωσε.

Ακόμη ενός λεπτού σιγή μεταξύ μας.
Περνά ο χρόνος του ενός λεπτού αλλά και πάλι δεν μπορώ να κουνηθώ. Και να ήθελα δε θα μπορούσα. Το κορμί είναι από μάρμαρο. Μάρμαρο ίδιο με αυτό των τάφων γύρω μου και ανυπάκουο στους νευρώνες και τις συνάψεις του μυαλού μου. Το μυαλό όμως είναι πιο πονηρό και ξέρει πως να παρακάμψει τις διαθέσεις του κορμιού…
ΤΟΝ ΖΥΓΟ ΛΥΣΑΤΕ… ΜΑΡΣ!!!

Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς… Για μία ακόμη φορά ο μισός μου εαυτός παλεύει με τον άλλο μισό. Το παίρνω απόφαση. Έχει κλείσει ο τάφος και μαζί με εκείνον και το κεφάλαιο αυτό στην ιστορία της ζωής μου. Έτσι απλά, όπως είχε με πίκρα πει και ο ξάδελφος ο Δημήτρης στην κηδεία του πατέρα του πριν κάποια χρόνια. Λύνω τον ζυγό και φεύγω περνώντας ανάμεσα στους στοίχους της μαρμάρινης πάγιας παράταξης. Θα ορκιζόμουν ότι τα βουνά χόρευαν χανιώτικο. Την επομένη μέρα πήγα ξανά εκεί. Με λιγάκι πιο ανάλαφρη καρδιά. Με τον νου να μπορεί να συγκεντρωθεί στα τετριμμένα, σκληρά και πεζά πράγματα που πρέπει να γίνουν. Γνωρίζοντας ότι ήταν χαρούμενος που τον χαιρέτησα όπως εγώ ένιωθα και ήξερα να τιμώ.

1 σχόλιο

Filed under Thoughts