Tag Archives: Σαμωνάς

Ο δικός μου κυματοθραύστης

Σας προτείνω καθώς διαβάζετε τις λιγοστές αράδες που ακολουθούν να ακούγεται το κομμάτι αυτό.

Στέκομαι στην αυλή του γωνιακού σπιτιού στο κέντρο του Σαμωνά. Ο γαρμπής φυσάει δυνατά και μου σκεπάζει τα μάτια με τη μαύρη μου γραβάτα. Τη φέρνω στη θέση της και αυθόρμητα μου έρχεται στον νου ο αξιωματικός που μας έστρωνε το μαύρο θίσανο όταν λόγω αέρα μας ερχόταν στο πρόσωπο και χαλούσε. Μπροστά μου κυματίζει αγριεμένη, στον ρυθμό του γαρμπή, η γαλανόλευκη. Πίσω της τα Λευκά Όρη, εξίσου άγρια, αδούλωτα. Με καλούν να κάνω αυτό που με πρόσταζε η καρδιά μου. Με καλούν να τον αποχαιρετήσω όπως μόνο εγώ και η καρδιά μου μπορούμε να κατανοήσουμε.

Ο παππούς ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που… αν δεν έχεις, πρέπει οπωσδήποτε να πάρεις έναν. Άνθρωπος σπουδαγμένος στους δρόμους της βιοπάλης και πυρωμένος στη φωτιά του πολέμου. Έμαθε να διαβάζει στον στρατό, κατά τη διάρκεια της θητείας του, με τη βοήθεια του φαντάρου στο διπλανό κρεβάτι. Πριν πάει καν στρατό, έκανε εξορία στη Μακρόνησο. Τι πολιτικά φρονήματα μπορεί να έχει ένα παιδί δεκατριών ετών; Όταν έπαιζα μαζί του και ως παιδί του χτυπούσα την πλάτη με την ψευδαίσθηση ότι τον πονούσα, έπιανα ουλές που είχαν γίνει από κονσερβοκούτια- τον μόνο τρόπο διαθέσιμο για να του κόψουν βεντούζες… Ποτέ δεν τον πόνεσα. Πάντοτε όμως έχανε κι ας μου έλεγε να μην παίζω με τα σίδερα. Και ο παιδικός μου εγωισμός μιμούνταν το παγώνι που είχα νικήσει τον παππού…

Μεγαλώνοντας, μου έμαθε πολλά. Πολλά από αυτά δε χωρούν στις ψηφιακές λέξεις των 0 και 1. Μου έδωσε όμως μια πολύ βασική συμβουλή. «κανείς» μου είπε «δε θέλει να είναι ο κυματοθραύστης.» και θυμηθείτε ότι ο άνθρωπος αυτός, ο μικρότερος γιος ενός σκληροτράχηλου ανθρώπου που είχε τη φήμη του βάρβαρου, έμαθε να διαβάζει στον στρατό. Αργότερα κατάλαβα τι εννοούσε. Εννοούσε ότι όπως ο κυματοθραύστης που μπαίνει μπροστά τραβάει όλο το λούκι της προστασίας του λιμανιού, έτσι και οι άνθρωποι οι μπροστάρηδες αντιμετωπίζουν την αντίδραση της κοινωνίας. Όπως όμως χρειάζεται το λιμάνι τον κυματοθραύστη, έτσι χρειάζεται και η κοινωνία τους πιονιέρους οι οποίοι, έχοντες τις πνευματικές αντοχές και το ψυχικό σθένος που χαρακτηρίζει και τον ογκώδη κυματοθραύστη, θα αντεπεξέλθουν στα πλήγματα και θα τραβήξουν μπροστά, συμπαρασύροντας και την κοινωνία μαζί τους.

Δεν εννοούσε ότι πρέπει να μένω πίσω, κρυμμένος στη μαζική ασφάλεια, όπως είχα καταλάβει αρχικά. Έπρεπε όμως να καταλάβω μόνος μου ότι θέλει να με δει ως κυματοθραύστη. Όταν έπαιρνα το πτυχίο μου, ήταν ο τύπος του παππού που παρά τις δυσφορίες και τους πόνους, έσφιξε τα δόντια για να είναι εκεί, στη δεύτερη πατρίδα μου και να με καμαρώσει μαζί με τους γονείς μου.

Θυμάμαι έναν παππού χαιλαντερ, όχι μόνο λόγω ορεινής καταγωγής αλλά και λόγω χρώματος μαλλιών τα οποία ανέκαθεν και μέχρι το πικρό αλλά λυτρωτικό τέλος ήταν πιο μαύρα απ’ τη νύχτα. Ανθεκτικό στον χρόνο το σαμωνιανό γονίδιο…

Θυμάμαι έναν παππού ψήστη και μάγειρα πρώτο. Θυμάμαι τα τραπέζια που έκανε, πλούσια σε γεύση και συναισθήματα. Τραπέζια στρωμένα αρχικά για λιγότερους απ’ όσους τελικά κάθονταν και έτρωγαν λουκούλεια, σε ένα σπίτι πάντοτε ανοιχτό. Διαχρονικό το γονίδιο του Τωροκωστή του «αμμούτσα».

Θυμάμαι έναν παππού «larger than life» με ένα μπέτη εξίσου μεγάλο. Χρόνια τώρα υπέφερε από άπνοιες στον ύπνο του. Λογικό ίσως. Μία τόσο μεγάλη καρδιά, που χωράει όλους τους ανθρώπους, πιάνει πολύ χώρο. Πώς να μην εμποδίζει τη σωστή λειτουργία των πνευμόνων; Πρώτη φορά τον είδα να κοιμάται χωρίς να πασχίζει να πάρει ανάσα, στο μέρος που θα αποτελούσε την τελευταία του κλίνη. Μία από τις μικρές ειρωνείες της ζωής μάλλον…

Θυμάμαι έναν παππού με μνήμες πολλές και μνήμη χρυσόψαρου όταν κάποιος- μη αριστερός- τον πλήγωνε. Οι ιστορίες από το χωριό, την Κατοχή και τη θητεία του στον στρατό, πολύτιμες και ατελείωτες. Το ίδιο και τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έμεναν τεντωμένα τα αυτιά μου προκειμένου, σαν διψασμένα για ιστορική γνώση να μπορέσουν να σβήσουν τη δίψα τους.

Θυμάμαι έναν παππού κοσμογυρισμένο αλλά προσγειωμένο, με την καρδιά του μονίμως δεμένη με το νησί και το κεφάλι του καλά στερεωμένο στους ώμους του.

Θυμάμαι έναν παππού που ξεκίνησε την κοινή του ζωή με τη γυναίκα της ζωής του με ένα κουτάλι κι ένα μπαούλο. Και παρά τα όσα με μόχθο απέκτησε, τα μυαλά του δεν πήραν αέρα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλά ειλκρινά, δε θέλω κιόλας. Δεν του πρέπει κάτι τέτοιο. Αυτό που θέλω να σας εξηγήσω είναι πώς τον αποχαιρέτησα. Μόνος μου. Ή μήπως δεν ήμουν μόνος;

ΦΡΟΥΡΑ…ΠΡΟΣΟ-ΧΗ!!! Αντηχεί η φωνή μου στα λιόφυτα βουνά που περιστοιχίζουν την τελευταία του κατοικία.
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ…ΑΡΜ!!! Στέκω ακίνητος μα κλονισμένος και η φωνή μέσα μου τραγουδά σιωπηλά τον εθνικό ύμνο. Τελευταία αφιέρωση σε έναν άνθρωπο που πολέμησε για την πατρίδα από διάφορα μετερίζια, όσο κι αν η ίδια Πατρίδα τον πλήγωσε.

Ακόμη ενός λεπτού σιγή μεταξύ μας.
Περνά ο χρόνος του ενός λεπτού αλλά και πάλι δεν μπορώ να κουνηθώ. Και να ήθελα δε θα μπορούσα. Το κορμί είναι από μάρμαρο. Μάρμαρο ίδιο με αυτό των τάφων γύρω μου και ανυπάκουο στους νευρώνες και τις συνάψεις του μυαλού μου. Το μυαλό όμως είναι πιο πονηρό και ξέρει πως να παρακάμψει τις διαθέσεις του κορμιού…
ΤΟΝ ΖΥΓΟ ΛΥΣΑΤΕ… ΜΑΡΣ!!!

Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς… Για μία ακόμη φορά ο μισός μου εαυτός παλεύει με τον άλλο μισό. Το παίρνω απόφαση. Έχει κλείσει ο τάφος και μαζί με εκείνον και το κεφάλαιο αυτό στην ιστορία της ζωής μου. Έτσι απλά, όπως είχε με πίκρα πει και ο ξάδελφος ο Δημήτρης στην κηδεία του πατέρα του πριν κάποια χρόνια. Λύνω τον ζυγό και φεύγω περνώντας ανάμεσα στους στοίχους της μαρμάρινης πάγιας παράταξης. Θα ορκιζόμουν ότι τα βουνά χόρευαν χανιώτικο. Την επομένη μέρα πήγα ξανά εκεί. Με λιγάκι πιο ανάλαφρη καρδιά. Με τον νου να μπορεί να συγκεντρωθεί στα τετριμμένα, σκληρά και πεζά πράγματα που πρέπει να γίνουν. Γνωρίζοντας ότι ήταν χαρούμενος που τον χαιρέτησα όπως εγώ ένιωθα και ήξερα να τιμώ.

1 σχόλιο

Filed under Thoughts

Σαν την αμμούτσα της θαλάσσης…

Η μικρή μου κόρη περιεργάζεται κάτι που μοιάζει με παλιό χάλκινο νόμισμα. Στην ηλικία όμως που βρίσκεται, η πιο ισχυρή της αίσθηση είναι η γεύση. «Όχι αγάπη μου», της λέω, «αυτό δεν τρώγεται!» και το βγάζει από το στόμα. «Αυτό το μετάλλιο είναι της γιαγιάς σου του παππού. Κι έχει μεγαλύτερη αξία απ’ όση μπορείς ακόμη να γευτείς!»…

Ο Κωστής ο Τωράκης (αλλιώς Τωροκωστής), ήταν ένας από τους πάμπολλους Κρητικούς οικογενειάρχες που με τη λήξη της μάχης της Κρήτης και την κατοχή και της Κρήτης από τις δυναμείς των Ιταλών και Γερμανών, πήραν τα όπλα τους και βγήκαν στα βουνά. Εξέχουσα μορφή, όχι μόνο του χωριού του, του Σαμωνά αλλά της περιοχής, η κίνησή του αυτή είχε αντίκτυπο στην αντίδραση όλων των ανδρών των γύρω χωριών, με αποτέλεσμα να πράξουν κι εκείνοι το ίδιο.

Η δράση του όμως στην αντίσταση ξεκινά από πιο πριν. Με τη μάχη της Κρήτης ουσιαστικά χαμένη, καθώς οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας που μάχονταν στο νησί αποτελούσαν «λέοντες των οποίων ηγούντο αμνοί», άρχισε η υποχώρηση προς τα νότια παράλια και κυρίως προς τα Σφακιά. Οι γερμανοί είχαν πάρει στο κατόπι τις- κυρίως- Νεοζηλανδικές δυνάμεις και τους καταδίωκαν στα ορεινά μονοπάτια των Λευκών Ορέων. Οι ντόπιοι δεν είχαν πού να πάνε αλλά δεν μπορούσαν και να έρθουν σε κατά μέτωπο σύγκρουση με τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Γνώριζαν όμως καλά τη γεωγραφία του νησιού…

Όπως αναφέρει και ο Βρετανός Patrick Leigh Fermor στο ημερολόγιό του για τη μάχη και την αντίσταση στην Κρήτη (ο ίδιος βοήθησε τον Ψυχουντάκη να γράψει την αυτοβιογραφία του η οποία εκδόθηκε πρώτα στα αγγλικά και μετά στα Ελληνικά), οι Γερμανοί ανέκοψαν την καταδίωξή τους, αργά το απόγευμα, χωρίς (!) να υποστούν απώλειες… Ένας πυροβολισμός αντήχησε μέσα στις ρεματιές και τις χαράδρες των Λευκών Ορέων με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να νομίζουν ότι έχουν πέσει σε ενέδρα. Καλύφθηκαν και μέχρι να συνειδητοποιήσουν τι είχε γίνει, είχε πέσει και ο Ήλιος. Η κίνησή τους μέσα στη νύχτα ήταν εκ των πραγμάτων πιο αργή. Την επόμενη μέρα, ξεκίνησαν εκ νέου, πιο επιφυλακτικοί αλλά και πιο διψασμένοι για μάχη. Αυτή τη φορά όμως, τους περίμεναν οι άνδρες του Upham από τη 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία οι οποίοι είχαν προλάβει να πάρουν θέσεις ψηλότερα από τον δρόμο στήνοντας μία φονική παγίδα. Έτσι, οι διώκτες έγιναν διωκώμενοι. Και όλα αυτά ξεκίνησαν από έναν πυροβολισμό. Εκείνος που είχε πατήσει τη σκανδάλη το προηγούμενο απόγευμα ήταν ο παππούς ο Τωροκωστής!

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Τωροκωστής ήταν μόνο ένα από τα μέλη της οικογένειάς του που ανέπτυξαν αντιστασιακή δράση. Παρ’ όλο που είδε παιδιά, εγγόνια και ανήψια να σκοτώνονται, παρ’ όλο που οι Γερμανοί έκαψαν το σπίτι- και όλο το υπόλοιπο χωριό- τρεις φορές, η οικογένεια του Τωροκωστή συνέχισε να προσφέρει στην Αντίσταση του Κρητικού λαού.

Και για μένα, δεν είναι μόνο η ένοπλη αντίσταση που έκαναν. Το σπίτι του Τωροκωστή ήταν πάντοτε ανοιχτό. Αντάρτες- οι οποίοι είχαν πληροφορηθεί- πήγαιναν το βράδυ, έτρωγαν, ξημερώνονταν κι έφευγαν μετά. Χρόνια αργότερα, θα μάθαινα ότι το παρατσούκλι/ συνθηματικό του Τωροκωστή, ήταν ο «Αμμούτσας».

Ο αδερφός του αδικοχαμένου μωρού της ιστορίας που σας μεταφέρεται παραπάνω, στον εξωτερικό σύνδεσμο, μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Σε μία συγκέντρωση Συλλόγων Κρητών Αμερικής, τον πλησίασε ένας γέρος και τον ρώτησε από πού είναι- ή μάλλον πιο σωστά- «Εσύ μπρε τίνος είσαι ντου λόγου σου;» Του είπε ονοματεπώνυμο και χωριό καταγωγής. Τον κοίταξε έντονα ο γέρος και τα μάτια του άστραψαν «Είσαι εγγονός του Τωροκωστή μπρε;» «Κι αμέ;!» «Είσαι εγγονός του αμμούτσα μωρέ;» Ούτε εκείνος δεν ήξερε το προσωνύμιο αυτό. «Ήντα μου λες μπάρμπα;» «Τον παππού σου τονε λέγαμε αμμούτσα, γιατί πάντοτε στο τραπέζι ντου τα φαγιά ήντονε σαν την αμμούτσα τση θαλάσσης! Σπουδαίος άντρας! Πρέπει να’σαι περήφανος απού’σαι απ’ τη γενιά ντου!»

Ο Τωροκωστής είχε τη φήμη του «βάρβαρου», του απολίτιστου, αλλά μαζεύοντας ιστορίες από ανθρώπους που τον έζησαν, καταλήγω στο συμπέρασμα πως κάθε άλλο παρά απολίτιστος ήταν. Είχε κι εκείνος, όπως ο καθένας μας τα κουμπιά του και είχε μία τρομερή αδυναμία στην γυναίκα του η οποία, όπως οι Κρητικές της εποχής του, είχαν το πλήρες κουμάντο του νοικοκυριού. Σε μία εποχή πρώιμου Μακαρθισμού, διώχθηκε-λανθασμένα κατ’ εμέ- ως κομμουνιστής. Επέστρεψε όμως σπίτι του και έζησε με τη γυναίκα του ως τα βαθιά τους γεράματα. Ο δε τρόπος με τον οποίο μου έχουν περιγράψει- ανεξάρτητες μεταξύ τους, πηγές- ότι μοίρασε την οικογενειακή περιουσία στα παιδιά του, είναι πνευματικό αποκύημα ενός ανθρώπου με πολλή φαντασία, υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης και ισότητας. Αν αυτά ορίζουν έναν άνθρωπο βάρβαρο, προτιμώ να είμαι απολίτιστος!

Μετά θάνατον, η Πολιτεία,μέσω του ΥΕΘΑ τον τίμησε με το Μετάλλιο Εθνικής Αντίστασης 1941-1945, το οποίο του απενεμήθη σαν σήμερα, 4 Μαρτίου 1987.

2012-08-18 19.05.00

Σχολιάστε

Filed under Φρουρά, Strategic thinking